Τα διλήμματα της εποχής και η ξεπερασμένη Αριστερά

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ – ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ ΝΕΑ ΤΑΞΗ – ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ

Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΝΕΑ ΤΑΞΗ – ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Στην ανάρτηση με τίτλο «Η απολυταρχία του συστήματος ΠΑΣΟΚ δεν αντιμετωπίζεται με αβρή αντιπολίτευση» η Αριστερά της Δεξιάς εστιάζει την προσοχή σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας. Αυτό της κύριας αντίθεσης – από οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πλευράς – που δεσπόζει στην εποχή μας.

Ο συστηματικού χαρακτήρα εντοπισμός, ότι η κυρίαρχη αντίθεση δεν αφορά πλέον την σύγκρουση εργασίας και κεφαλαίου, αλλά την σύγκρουση μεταξύ της φερόμενης ως «νέας τάξης» και του εθνικού κράτους, η ύπαρξη του οποίου αμφισβητείται πλέον με ορατό τρόπο, έχει τεράστιες συνέπειες. Αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό αναπαραγωγής του συστήματος, την ένταξη των κοινωνικών υποκειμένων σε αυτήν την διαδικασία, τον ρόλο των πολιτικών εκφραστών τους, τις τρέχουσες και μέλλουσες προκλήσεις, καθώς και τις απαντήσεις που είναι απαραίτητες σε αυτές τις προκλήσεις, για λόγους επιβίωσης.

Ο συγκεκριμένος εντοπισμός απευθύνθηκε ευθέως προς τους φορείς της αριστεράς, ως αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους ιστορικά εξουσιοδοτημένους για τον χειρισμό και την επίλυση μιας υποτιθέμενης κύριας αντίθεσης, η οποία όμως έχει πάψει να υφίσταται.

Η εμμονή της αριστεράς να μην ασχολείται με τις προκλήσεις των εξελίξεων και η αδυναμία της να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιου είδους διάλογο, την καθιστούν εκ των πραγμάτων ιστορικά παρωχημένη, ενώ αυτομάτως προκύπτει το ζητούμενο νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, τα οποία καλούνται να ανταποκριθούν στο ζητούμενο των διεξόδων.

Νομίζω ότι ο ζωτικός χαρακτήρας του εν λόγω εντοπισμού καθιστά πρώτιστο καθήκον να τεκμηριωθεί από δομικής – λειτουργικής πλευράς η ορθότητά του. Αυτό θα επιχειρήσω με αυτό το κείμενο και σε αυτό θα περιοριστώ, ως βασική προϋπόθεση ώστε να δικαιολογείται το νόημα της όποιας προέκτασης προσεχούς προβληματικής.

Σήμερα η «Νέα Τάξη» αποτελεί κοινό τόπο. Αρκετά παλαιότερα η ενασχόληση με αυτόν τον προσδιορισμό περιοριζόταν σε κύκλους που ασχολούντο με τις λεγόμενες συνωμοτικές θεωρίες. Ειδικά μετά την διακήρυξη της νέας τάξης από τον George Busch πρεσβύτερο, μετά την συνάντησή του με τον Γκορμπατσόφ στην Μάλτα, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια (η οποία επισημοποίησε και το τέλος του διπολισμού των μπλοκ) αυτός ο προσδιορισμός ξεκίνησε να καθιερώνεται ευρέως στο πολιτικό προσκήνιο. Η τελική του καθιέρωση νομίζω ότι έγινε κύρια με βάση τις εκφάνσεις του προσδιορισμού και όχι την δομική του ουσία. Έτσι, ενώ αυτός εντάσσεται σήμερα στην σφαίρα του αυτονόητου, δεν έχει ακόμη αποκαθαρθεί πλήρως από τις συνομωσιολογικές συνιστώσες της προέλευσής του, ώστε να καταστεί εύχρηστος όσο αφορά τις απόρροιες των συνεπειών του.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ

Ας δούμε λοιπόν σύντομα την πορεία μετάβασης από την κυριαρχία της αντίθεσης εργασίας -κεφαλαίου στην κυριαρχία της αντίθεσης νέα τάξη – εθνικό κράτος:

Η μαρξιανή κριτική στην αντίθεση εργασίας – κεφαλαίου επικεντρώνεται στον συλλογικό χαρακτήρα της εργασίας στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, που βρίσκεται σε αντιδιαστολή με τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής της. Αποτελεί λογική συνέπεια, ότι η λύση αυτής της αντίθεσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την συλλογική διαχείριση του αποτελέσματος της εργασίας. Ο τρόπος αυτής συλλογικής διαχείρισης ως ζητούμενο στάθηκε η αφετηρία να δομηθούν διάφορες θεωρίες και οράματα, αναφορικά με τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας κατ’ επέκταση.

Ίσως σημαντικότερο εντοπισμό από αυτόν της «εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» αποτελεί η μαρξιανή επισήμανση, ότι η εκμετάλλευση, δηλαδή η ιδιοποίηση ξένης εργασίας αφορά ταυτοχρόνως όχι μόνο φυσικά πρόσωπα, αλλά και κλάδους της οικονομίας. Η ιδιοποίηση ξένης εργασίας μεταξύ οικονομικών κλάδων συντελείται μέσω της μεταφοράς αξίας (όπου αξία ονομάστηκε η ενσωμάτωση εργασίας στα προϊόντα) που συντελείται μέσω της διαμόρφωσης των τιμών. Συγκεκριμένα ο εντοπισμός αυτός αφορούσε την εκμετάλλευση της αγροτικής παραγωγικής διαδικασίας, από την βιομηχανική. Αυτή η μεταβίβαση αξίας αγροτικού προϊόντος στην βιομηχανία, δίπλα στους εντατικούς ρυθμούς εκμετάλλευσης της εργασίας, οδήγησε στην κεφαλαιοκρατική συσσώρευση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι τέτοιου είδους εκμεταλλευτικές διαδικασίες είχαν και ευνοϊκά αποτελέσματα μεσοπρόθεσμα και υπέρ αυτών που υφίσταντο την εκμετάλλευση. Γι αυτό και έγιναν αυτές σε σημαντικό βαθμό κοινωνικά αποδεκτές. Η εκβιομηχάνιση στάθηκε αιτία της εκμηχάνισης της αγροτικής παραγωγής, η οποία αύξησε, με την ταυτόχρονη χρήση των λιπασμάτων, την παραγωγικότητα και διευκόλυνε την ζωή των αγροτών, επενεργώντας στην συνέχεια και την ανάπτυξη της υπαίθρου. Το γεγονός βέβαια, ότι η αγροτική παραγωγή έπαψε να είναι άμεσα φυσική, δημιούργησε τανάπαλιν άλλα προβλήματα στην σφαίρα της διατροφής, τα οποία ουδόλως αξίζει να υποτιμηθούν, ως προς τον μελλοντικό χαρακτήρα των συνεπειών τους.

Αφού ολοκληρώθηκε τόσο η λεγόμενη «πρωταρχική συσσώρευση», όσο και το στάδιο της κλασσικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, το επόμενο στάδιο αναπαραγωγής του συστήματος, που προέκυψε από τον τότε βαθμό συσσώρευσης του κεφαλαίου στις αρχές του περασμένου αιώνα, ήταν το στάδιο που το μαρξιστικό κίνημα της εποχής χαρακτηρίστηκε ως ιμπεριαλιστικό. Ο Λένιν στο ομώνυμο έργο του, χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό ως «ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» και κατά συνέπεια τελευταίο, ορμώμενος από σκοπιμότητες ανατροπής. Με εύστοχο τρόπο εντοπίζει τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του, που είναι:

1.Η δημιουργία μονοπωλίων σε επίπεδο συγκέντρωσης της παραγωγικής διαδικασίας

2.Η εξαγωγή κεφαλαίου σε χώρες της περιφέρειας, με στόχο την εκμετάλλευση φτηνής εργατικής δύναμης και πρώτων υλών

3.Η συγκρότηση του λεγόμενου χρηματιστικού κεφαλαίου, που συνίσταται στην επιβολή του τραπεζικού κεφαλαίου στο βιομηχανικό. Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό διέπει και την μεταφορά αξίας μεταξύ κλάδων της οικονομίας στο συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης/συσσώρευσης.

Το τραπεζικό κεφάλαιο επιβάλλεται στην βιομηχανία, όπου κλάδοι μη παραγωγικοί, χωρίς σημαντικές εγκαταστάσεις, δαπάνη κόπου ή τεχνογνωσία, στηριγμένες στην αποθεματική τους ρευστότητα, απομυζούν αξία από αυτούς, που τρέχουν και μοχθούν για ουσιαστική υλική δημιουργία. Όμως και σε αυτό το στάδιο, όπου ο χρηματιστικός παρασιτισμός ξεκινάει να επιβάλλεται, δεν παύουν και οι εκμεταλλευόμενοι να αποκομίζουν συγκεκριμένα οφέλη: Η παρεχόμενη ρευστότητα εκτινάσσει την παραγωγικότητα και την κατανάλωση σε συνολικό κοινωνικό επίπεδο. Νέα καταναλωτικά προϊόντα εισέρχονται στην καθημερινή ζωή. Ο εξηλεκτρισμός επεκτείνεται ως κοινωνικό αγαθό, τα μεταφορικά μέσα εξελίσσονται, με αποτέλεσμα η ικανοποίηση αναγκών, που προηγουμένως εθεωρούντο προνόμιο των ολίγων, να γίνονται κοινωνικά προσιτές.

Ακόμη και στις νεοαποικιακές χώρες δημιουργείται υποδομή και θέσεις εργασίας. Η κεφαλαιοκρατία εκμοντερνίζει τα εκεί δεδομένα, εκτοπίζοντας παρωχημένες δομές και συνήθειες. Με ένα τρόπο, που όσο κι αν έγινε αντικείμενο κριτικής για την στρεβλότητά του, δεν έπαψε να έχει και την θετική πλευρά.

Μετά την ανοικοδόμηση από τις καταστροφές του  Β’ ΠΠ. το στάδιο κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης είναι αυτό που ο Ernest Mandel ανέλυσε ως «Ύστερο Καπιταλισμό», στο ομώνυμο έργο του. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης, η οποία προέκυψε από την υπέρσυγκέντρωση του κεφαλαίου, είναι ο καθοριστικός ρόλος που ανατίθεται στις εξοπλιστικές αμυντικές δαπάνες, με στόχο να σταθεί επιτεύξιμος ο οικονομικός κύκλος. Ενώ πράγματι το σύστημα στην ουσία δαπανά πολύ μεγάλο μέρος της εργασίας σε τομείς καταστροφής και άνευ νοήματος και κοινωνικού οφέλους, κινητοποιώντας το επιχείρημα της κομμουνιστικής απειλής, κύρια για λόγους δομικής αναπαραγωγής της οικονομίας, η ανάπτυξη της παραγωγικότητας του παρέχει την ευχέρεια μιας καταναλωτικής ευμάρειας. Τα ίδια τα αστικά κόμματα δράττουν την δυνατότητα να ενστερνιστούν σοσιαλιστικά συνθήματα, προσφέροντας κράτος πρόνοιας και ανοίγοντας τις θύρες της εκπαίδευσης στα λαϊκά στρώματα.

Είναι επόμενο η ευχέρεια παροχών της κεφαλαιοκρατίας να περιορίσει τότε την αριστερά στην σφαίρα της διαμαρτυρίας, στα κυκλώματα των διανοούμενων που επιχειρηματολογούν για οράματα και αξίες και στα συνδικάτα, τα οποία πέρα από συνθηματολογίες ακολουθούν αυστηρά συντεχνιακές στοχεύσεις. Πρόκειται για την εποχή άνθησης της σοσιαλδημοκρατίας.

Στην συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης και της ευμάρειας τα δημόσια οικονομικά ανθούν. Το κράτος ενισχύεται και από την αρνητική εμπειρία της κρίσης του μεσοπολέμου, με αποτέλεσμα οι κρατικές επενδύσεις να μην στηρίζουν μόνο τον υπερτροφικό κλάδο των εξοπλισμών, αλλά να εγγυώνται την απασχόληση και την ομαλή λειτουργία του οικονομικού κύκλου. Η κρατικές δραστηριότητες επεκτείνονται σε πολλούς παραγωγικούς τομείς. Οι τράπεζες αποκτούν συνακόλουθα στην οικονομία ένα ισχυρό συμπαίκτη. Το κράτος επεκτείνεται και στον δικό τους τομέα. Το φαινόμενο θα ονομαστεί από τους χώρους αμφισβήτησης κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός. Πρόκειται πράγματι για την χρυσή εποχή του καπιταλισμού. Απέναντι στο διαχειριστικό κράτος των φερόμενων ως σοσιαλιστικών χωρών, οι οποίες έχοντας λιγότερους πόρους, χαμηλότερη παραγωγικότητα και πιο εξογκωμένη γραφειοκρατία, είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τις δυτικές χώρες στο κυνήγι των πολεμικών εξοπλισμών, ορθώνεται το κεφαλαιοκρατικό κράτος με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, κοινωνική πολιτική, επεκτεινόμενο καταναλωτισμό, παροχή παιδείας και δυνατοτήτων κοινωνικής ανέλιξης.

Πρόκειται για ένα δύσκολο αγώνα δρόμου, που περιθωριοποιεί το κοινωνικό υποκείμενο, μετατρέποντας την κοινωνία κύρια σε καταναλωτές προϊόντων. Το σύστημα θα βρει σε αυτή τη φάση πληθώρα απολογητών. Και οι αντιρρησίες θα περιοριστούν κύρια στον χώρο των διανοούμενων και της νεολαίας. Ανθρώπων δηλαδή που βρίσκονται έξω από τον κορμό της παραγωγής, τους χώρους που παίρνονται αποφάσεις και που γίνονται κατασταλαγμένες μεσοπρόθεσμες επιλογές.

Φυσικά η κοινωνία δεν χάνει ποτέ τελείως τις κριτικές φωνές, που αποτελούν την βαθιά της συνείδηση. Αυτές όμως στην συγκρότηση των συσχετισμών των δυνάμεων δεν θα επιτύχουν κάτι περισσότερο από το να κρατήσουν ζωντανή μια συνειδησιακή φλόγα, ενώ οι χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» υπολείπονται από πλευράς γοήτρου, όσο αφορά την πλειοψηφία των εργαζόμενων.

Η κεφαλαιοκρατία φαίνεται να κερδίζει τουλάχιστον στα σημεία και προδιαγράφεται για τους εύστοχους παρατηρητές ο παρελκισμός του σοσιαλιστικού στρατοπέδου στα χωράφια της.

Ενώ όμως το κεφαλαιοκρατικό σύστημα φαίνεται να κατισχύει και να ανθεί, αντιμετωπίζοντας κάποια δευτερεύοντα προβλήματα στασιμοπληθωρισμού, τα οποία προέρχονται κύρια από την εξαγωγή κεφαλαίων με στόχο την εκβιομηχάνιση της περιφέρειας, όπου νέα αναπτυξιακά κέντρα, όπως οι «Ασιατικές Τίγρεις» δηλώνουν δυναμικά την παρουσία τους στις εσωτερικές αγορές, μια παράξενη για τα τότε δεδομένα διαδικασία αρχίζει να εκδηλώνεται:

Το αποδοτικότατο κεϋνσιανό μοντέλο του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού που ακόμη ανθεί και αποδίδει, αμφισβητείται και απαξιώνεται στον Αγγλοσαξονικό χώρο, που αποτελεί και τον άξονα του συστήματος. Η εκλογή της Θάτσερ και του Ρήγκαν συνοδεύεται από την «μονεταριστική» κριτική του Μίλτον Φρίντμαν στο ισχύον μοντέλο ανάπτυξης. Η πρόταση του κυριαρχεί και επιβάλλεται το μοντέλο του «Νεοφιλελευθερισμού», που συνίσταται σε δραστική μείωση του ρόλου του κράτους.

Το κράτος καλείται όχι μόνο να ανακόψει την ενεργό δραστηριότητά του στην οικονομία, αλλά να εκποιήσει και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Η κυβέρνηση του Χέλμουτ Σμιτ, ενός καγκελάριου με σαφή Ατλαντικό προσανατολισμό, πέφτει μετά την αποχώρηση από αυτή του κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών. Αυτός που έχει παρασκηνιακά οργανώσει την πτώση της κυβέρνησης είναι ο υπουργός οικονομίας κόμης Λάμπσντορφ, που θεωρείται άνθρωπος της λέσχης Μπίλντερμπεργκ και είναι μέλος της Τριμερούς Επιτροπής. Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες μένουν άναυδοι από την επιλογή του κόμματός τους και κάποιοι από αυτούς που είναι υπουργοί, κάνουν λόγο για «πολιτική πορνεία».

Παρακολουθώντας από τότε τα συνωμοσιολογικά έντυπα της Γερμανίας, παρακολούθησα επισταμένα την επίθεση που έκαναν αυτά τότε στον κόμη Λάμπσντορφ. Η κατηγορία που του προσάπτουν είναι η πρόσδεση της Γερμανικής πολιτικής σε κάποια κυκλώματα παρασκηνιακού καθορισμού. Ταυτόχρονα, τα έντυπα αυτά κάνουν λόγο για συνωμοσία μεγάλων τραπεζών η οποία αποβλέπει στην υπερχρέωση των κρατών και την μελλοντική κατάργηση του ρευστού χρήματος. Ένα από τα βιβλία που προβάλουν ιδιαίτερα είναι το «Η Συνωμοσία των Τραπεζών» του Eustace Mullins, το οποίο ασχολείται διεξοδικά με την δημιουργία της FED το 1913 και την εκχώρηση του δικαιώματος από την κυβέρνηση των ΗΠΑ σε συγκεκριμένους τραπεζίτες να τυπώνουν χρήμα χωρίς αντίκρισμα και να το τοκίζουν έντοκα στην κυβέρνηση.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ ΣΤΟ ΤΟΥΡΜΠΟΚΑΠΙΤΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Η εξέλιξη είναι στην συνέχεια γνωστή. Το κράτος χρεώνεται όλο και περισσότερο, σε αυτούς που με τα τεχνάσματα που έχουν προωθήσει και τα καταχρηστικά δικαιώματα που έχουν αποσπάσει αντλούν συνεχώς αξία από τους φορολογούμενους στα θησαυροφυλάκιά τους. Οι οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους, ενώ οι ίδιοι πόροι περιορίζονται δραστικά, αυξάνονται ραγδαία:

Η συνεχής εξαγωγή κεφαλαίου μειώνει συνεχώς την απασχόληση στο εσωτερικό των μητροπόλεων. Οι πολυεθνικές αντλούν υπερκέρδη, τα οποία τοποθετούν σε υπερατλαντικά ταμεία, το κράτος καλείται όμως να χρηματοδοτήσει τόσο την ανεργία, όσο και τις μειωμένες εισφορές των ταμείων συνταξιοδότησης, οι οποίες εντείνονται και από την αύξηση του προσδόκιμου ηλικίας. Η μείωση της απασχόλησης οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης και επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης των εσόδων.

Η πραγματική οικονομία, που δεν πρόσκειται άμεσα σε πολυεθνικές, αρχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, τα οποία επιχειρείται να υπερσκελισθούν με τον περιορισμό των εργασιακών απολαβών, είτε ως αμοιβές, είτε ως ασφαλιστικά δικαιώματα.

Οι τράπεζες προβαίνουν σε υπερκέρδη, τα οποία δεν επανατοποθετούν με παραγωγικό τρόπο στην οικονομία. Ο «Τουρμποκαπιταλισμός» που δημιουργείται στηρίζεται στην δημιουργία χρηματιστικών παραγώγων από τα δανειοδοτικά γραμμάτια και την μετοχοποίηση κεφαλαίων. Έτσι δημιουργείται μια τεράστια χρηματιστηριακή φούσκα, η οποία ανακυκλώνει κεφάλαιο 45 φορές μεγαλύτερο από ότι η πραγματική οικονομία.

Η πραγματική οικονομία, η ουσιαστική παραγωγή, οι δυνατότητες ουσιαστικής παραγωγικής κεφαλαιοκρατικής επέκτασης, το εισόδημα των εργαζόμενων, η κατανάλωση και τα εργασιακά δικαιώματα υφίστανται συνεχή καθίζηση.

Τις παραγωγικές επενδύσεις καθορίζουν πλέον Fonds, που είναι πλήρως υποταγμένα στις τράπεζες και στους πολιτικούς που αυτές ελέγχουν. Κατευθύνονται κύρια στην πολεμική βιομηχανία και στις διακρατικές επιχορηγήσεις για έργα υποδομής, που ανατίθενται σε υμετέρους.

Η κατάργηση του διπολισμού επενεργεί ρευστότητα στις παγκόσμιες σχέσεις, ούτως ώστε να προσφέρονται πολεμικές συγκρούσεις για την κατανάλωση του πολεμικού υλικού. Οι τοπικοί πόλεμοι αποκτούν τεχνολογικό χαρακτήρα, στους οποίους εξατμίζονται τεράστια ποσά εργασίας. Χιλιάδες βλήματα τεραστίου κόστους παραγωγής ρίχνονται ενάντια σε αμφίβολους στόχους, που δεν κοστίζουν ούτε ένα χιλιοστό του κόστους παραγωγής τους. Συχνά υποχρεώνονται αεροσκάφη να ρίξουν τεράστιες ποσότητες πανάκριβων βλημάτων στην θάλασσα, επειδή αυτά ενώ δεν χρησιμοποιήθηκαν δεν είναι εκφορτώσιμα. Ο λογαριασμός δεν αφορά όμως ανθρώπινες ζωές και καταστροφή της υποδομής των χωρών που δέχονται τις επιθέσεις. Το κόστος των επιθέσεων καλούνται να καταβάλλουν τα κράτη.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις μεθόδους κρατικής υπερχρέωσης που ακολουθούνται:

Κατά το έτος 1990 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εμφάνιζε ισοσκελισμένο δημόσιο προϋπολογισμό. Το 1991 κατέβαλε στο Ισραήλ αποζημιώσεις ένεκα της εξαγωγής πολεμικής τεχνολογίας στο Ιράκ και στο ΝΑΤΟ ως συμμετοχή στα έξοδα του πολέμου «Ασπίδα της Ερήμου» 45 δις. Ο προϋπολογισμός  αυτής της χώρας εμφάνισε το 1991 έλλειμμα 41δις, το οποίο από τότε συνεχώς διογκούται.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗ

Με τον Τουρμποκαπιταλισμό επέτυχαν κάποιες μεγάλες τράπεζες να επιβάλλουν την μονοκρατορία τους διεθνώς, συμπιέζοντας αφόρητα όλα τα υπόλοιπα οικονομικά υποκείμενα, με εξαίρεση τις πολυεθνικές, με τις οποίες είναι αυτές συνυφασμένες. Ο τελικός στόχος τους παγκόσμιας επιβολής προβλέπει όχι μόνο διαστροφή του διεθνούς οικονομικού συστήματος, αλλά και καταστροφή των εθνικών οικονομιών, για την επιβολή διεθνούς τραπέζης και παγκοσμίου νομίσματος, που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους. Την κατάλυση των εθνικών οικονομιών, θα ακολουθήσει κατάργηση της τελικής οντότητας των κρατών.

Προς αυτήν τν κατεύθυνση προωθήθηκε η επιβολή της κατάργησης των τελωνειακών δασμών, που αποτελούσαν προστασία για την εγχώρια παραγωγή και αγορά.

Οι δημόσιες επενδύσεις περιορίστηκαν σε εισαγόμενα πακέτα επιδοτήσεων με χρονική ημερομηνία λήξεως, αφού ολοκληρωθεί η αποδόμηση.

Η παραγωγή μεταφέρθηκε κυρίως στην Κίνα, την οποία δύσκολα μπορούν άλλες χώρες να ανταγωνιστούν, όσο αφορά τον εκμηδενισμό των εργασιακών δικαιωμάτων, την βάρβαρη αντιμετώπιση των εργαζόμενων και τις πρωτόγονες συνθήκες εργασίας, όσο αφορά τα μέτρα προστασίας ανθρώπων και περιβάλλοντος.

Το μέγεθος του κόστους της ενσωματωμένης ενέργειας στο τελικό προϊόν εξογκώθηκε δυσανάλογα, ούτως ώστε ένα σημαντικό τμήμα των κερδών, που προέρχεται από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, να ιδιοποιούνται μέσω των πολυεθνικών πετρελαίου πάλι οι τράπεζες που τις ελέγχουν.
Μέσα σε αυτήν την συγκυρία ήταν επόμενο, τόσο τα δημόσια οικονομικά, όσο και η πραγματική οικονομία, με εξαίρεση τις πολυεθνικές – κύρια πετρελαίου – τις βιομηχανίες πολεμικού εξοπλισμού και τις εγκατεστημένες στις χώρες – στρατόπαιδα οικονομικές μονάδες, να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης. Επανειλημμένες απολύσεις και περιορισμοί του παραγωγικού δυναμικού, επιχειρούν να διασώσουν ένα μικρό μέρος της παρελθούσης ευρωστίας.

Ταυτόχρονα με την αποδόμηση του οικονομικού ιστού των κρατών συντελείται μια άνευ προηγουμένου επίθεση στο κοινωνικό ιστό των χωρών. Η ανεργία και η έλλειψη δυνατότητας απασχόλησης γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, για να αναπτύξουν τα κυκλώματα εγκληματικότητας τον κύκλο εργασιών τους και να ελέγξουν όλο και μεγαλύτερο τμήμα της οικονομίας με το ξέπλυμα χρημάτων. Η διάδοση των ναρκωτικών και οι αλητίστικες συμμορίες στο χώρο της νεολαίας των πόλεων βρίσκονται σε έξαρση.

Οι πολεμικές επιθέσεις σε βάρος μικρότερων χωρών, που είχε στόχο την ανάλωση της παραγωγής της πολεμικής βιομηχανίας, δημιούργησε εξαθλίωση και προσφυγικά ρεύματα, τα οποία σκόπιμα και οργανωμένα διοχετεύτηκαν σε συγκεκριμένες χώρες, με στόχο την εθνική τους διάλυση.

Εθνική γλώσσα, Παράδοση και Παιδεία μπήκαν στο στόχαστρο υπόθαλψης. Επιχειρείται μόνιμα ο πατριωτισμός να χαρακτηρισθεί αντιδραστική στάση, με στόχο τον αναδασμό των συνόρων, την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας, τον δοτό και άχρωμο κοσμοπολιτισμό μιας πολυπολυτισμικής κοινωνίας, μέσα σε συνθήκες πλήρους οικονομικής υποδούλωσης και υπερεθνικής ποδηγέτησης σε συνθήκες υπερεθνικού ολοκληρωτισμού.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Προσμετρώντας τις συγκρούσεις και το κόστος που επενεργεί η κύρια αντίθεση της εποχής μας, θα διαπιστώσουμε ότι αυτοί που βάλλονται είναι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών των κοινωνιών, ασχέτως κοινωνικής ένταξης. Τάξεις και στρώματα, που μέχρι εχθές εθεωρούντο προνομιούχα, όπως οι λεγόμενοι μεσαίοι και μικροί, δημόσιοι υπάλληλοι, διανοούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες  βρίσκονται πλέον στο χείλος του γκρεμού, δίπλα σε κλασσικούς εργαζόμενους και νεόπτωχους. Από την άλλη μεριά βρίσκεται ο οχετός της νέας τάξης. Ένας αριθμητικά περιορισμένος συρφετός τραπεζών, πολιτικών, ιδιοκτητών και υπηρετών ΜΜΕ, αντιπαραγωγικών νταβατζήδων, χαφιέδων, εγκληματιών και ντίλερ της διεθνούς μαφίας και των μυστικών υπηρεσιών, agent provocateur και δουλεμπόρων κερδοσκόπων.

Η πόλωση είναι τελείως διαφορετική, από αυτήν που επέβαλε παραδοσιακά η ανάγκη συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Αλλά και το διακύβευμα. Ενώ οι καιροί πολώνουν βάναυσα, οι εξελίξεις τρέχουν ραγδαία.

Ενώ όλα τα προηγούμενα συστήματα συνεπάγοντο δίπλα στο κόστος ταυτόχρονα και κάποια οφέλη για το κοινωνικό σύνολο, στα πλαίσια της νομιμοποίησης και αποδοχής ενός τύπου ηγεμονίας ως συνολικής κοινωνικής πρότασης, η νέα τάξη είναι η μόνη που αποβλέπει σε συνολική κοινωνική ισοπέδωση. Για την συντριπτική πλειοψηφία συνεπάγεται μόνο κόστος και όλεθρο.

Η εγρήγορση πλέον με βάση τις πραγματικές προκλήσεις και όχι τις ονειρώξεις στερεότυπων, αποτελεί άμεση πρόκληση με στόχο την επιβίωση.

Advertisements

About this entry