Συρία και Ιράν στο επίκεντρο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Σάββατο 24 Δεκέμβρη 2011 – Κυριακή 25 Δεκέμβρη 2011
Πληθαίνουν και εντείνονται οι απειλές κατά της ιρανικής και της συριακής ηγεσίας, διαμορφώνοντας συγκρουσιακή ατμόσφαιρα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το ανταγωνιστικό «ενδιαφέρον» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τις δύο αυτές χώρες δεν είναι καινούριο και είναι πραγματικά απολύτως δικαιολογημένο, αν αναλογιστεί κανείς τη σημαντική γεωστρατηγική, ενεργειακή και πολιτική θέση που Δαμασκός και Τεχεράνη διατηρούν στην ευρύτερη περιοχή.

 

Στην περίπτωση του Ιράν, η αφορμή για τη διαμόρφωση κλίματος έντασης παραμένει η ίδια εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία. Πρόκειται για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο ΗΠΑ, Ισραήλ και, με χαμηλότερους τόνους αρχικώς, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία, υποστηρίζουν ότι δεν έχει, σαφώς, μη στρατιωτικό χαρακτήρα. Η ιρανική ηγεσία έχει υπογράψει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων και έχει αποδεχτεί επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις της. Η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, ιδιαίτερα υπό τη διεύθυνση του Αμάνο τον οποίο ανέδειξαν κυρίως οι ΗΠΑ, έχει, κατά καιρούς, διατυπώσει αμφιβολίες για το χαρακτήρα του ιρανικού προγράμματος, με αποκορύφωμα την τελευταία έκθεση της ΔΕΑΕ, επικαλούμενη συχνά στοιχεία που φαίνεται ότι της προμηθεύουν μυστικές υπηρεσίες.

Αν μη τι άλλο, έχει ενδιαφέρον ότι η ένταση μεταξύ δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και Ιράν αποκλιμακώνεται όταν υπάρχει κάποιου είδους σημαντική συνεργασία ανάμεσα στην Τεχεράνη και στους ιμπεριαλιστές, όπως έγινε, παραδείγματος χάριν, κατά την προετοιμασία και τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν, αλλά και στο Ιράκ στους τομείς της ανταλλαγής πληροφοριών, του ελέγχου των συνόρων κλπ.

Αντίθετα, υπάρχει κλιμάκωση των απειλών όταν οξύνονται οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί και περιφερειακοί ανταγωνισμοί, όπως, π.χ., γίνεται στην παρούσα χρονική περίοδο. Είναι ξεκάθαρο ότι οι αλλεπάλληλες «υπενθυμίσεις», με τελευταία αυτήν του Αμερικανού υπουργού Αμυνας Λίον Πανέτα μέσα στη βδομάδα ότι «όλες οι επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής, παραμένουν ανοιχτές», στοχεύουν στην άσκηση ασφυκτικής πίεσης στην ιρανική ηγεσία.

Στο «χορό» των απειλών έχουν, για τα καλά, εισέλθει και οι μοναρχίες του Κόλπου, υπό τοΣυμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, σύμμαχοι των ιμπεριαλιστών.

Στη δίνη αιματοχυσίας

Στο στόχαστρο εξίσου ισχυρών πιέσεων βρίσκεται και η συριακή ηγεσία, παρά το γεγονός ότι και ο Ασαντ συνεργάστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την προετοιμασία των επιθέσεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο που αναφέρθηκε επισήμως η «καλή του συνεργασία» από την Ουάσιγκτον. Επίσης, το καθεστώς Ασαντ ενίσχυσε τις εμπορικές και οικονομικές του σχέσεις με την ΕΕ, κυρίως, όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ολα αυτά, όμως, δεν κρίθηκαν επαρκή, προφανώς, στην παρούσα φάση που οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται με επίκεντρο την απόκτηση του ελέγχου της πολύτιμης, γεωστρατηγικά και ενεργειακά, περιοχής της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Ετσι, η Συρία βρίσκεται σε δίνη ταραχών από τον περασμένο Μάρτη, οι οποίες, αν και «πάτησαν» σε υπαρκτά προβλήματα, στη συνέχεια αξιοποιήθηκαν, μέσα από τη συστηματική και κατευθυνόμενη εμπλοκή των ισλαμιστών «Αδελφών Μουσουλμάνων».

Ο ρόλος της τουρκικής ηγεσίας και η πολλαπλή στόχευσή του

Στο σημείο αυτό, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η στάση που επέλεξε να τηρήσει η τουρκική αστική τάξη, η οποία εγκατέλειψε τον «καλό σύμμαχο» Ασαντ (αφού πρώτα καλλιέργησε την εντύπωση ότι προσπάθησε να τον «πείσει» να αλλάξει στάση, προκειμένου να φανεί ότι η Αγκυρα είναι «δίκαιη»). Στη συνέχεια, επένδυσε χρόνο, χρήμα και πολιτική υποστήριξη, στη διαμόρφωση του λεγόμενου Εθνικού Συμβουλίου της αντιπολίτευσης, το οποίο, επί της ουσίας, εκφράζει κυρίως δυνάμεις φίλα προσκείμενες στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους», αλλά και στην «εμφάνιση» του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, μιας ένοπλης ομάδας που διατείνεται ότι αποτελείται από Σύρους λιποτάκτες και έχει, ήδη, προχωρήσει σε επιχειρήσεις εντός συριακού εδάφους.

Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι η Τουρκία, προς το παρόν, δεν έχει υπαναχωρήσει από τη συμμαχία της με το Ιράν, και του δικαιώματός του για απόκτηση πυρηνικού προγράμματος. Η «διαφοροποίηση» αυτή στην τουρκική στάση οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι η Αγκυρα, στην προσπάθειά της να αναδειχθεί «χρήσιμος» σύμμαχος των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή, προωθώντας ταυτόχρονα τις βλέψεις της δικής της αστικής τάξης για ενίσχυση του περιφερειακού της ρόλου, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με το Ισραήλ, ως ο κύριος εκπρόσωπος των «μουσουλμάνων», ως κύριος «υπερασπιστής» του παλαιστινιακού λαού. Η τουρκική ηγεσία μοιάζει να στέκεται στο πλευρό του Ιράν, ως προς το πυρηνικό του πρόγραμμα, μόνο και μόνο για να «θυμίσει» ότι το Ισραήλ ουδέποτε υπέγραψε τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων και ουδέποτε δέχτηκε τον οποιοδήποτε έλεγχο ή την οποιαδήποτε πίεση από τους ιμπεριαλιστές, αν και, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, είναι η μοναδική χώρα στη Μέση Ανατολή που έχει ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο. Και από αυτήν τη διπλωματική επιλογή απορρέει η εικόνα «δικαίου» που η Αγκυρα θέλει να καλλιεργήσει, προκειμένου, στη συνέχεια, να την αξιοποιήσει για να χειραγωγήσει τη μουσουλμανική κοινή γνώμη, να εδραιώσει την επιρροή της στις, απανταχού στον αραβικό κόσμο, δυνάμεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων» και να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους για τα δικά της μονοπώλια στον ανταγωνισμό της με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Συρία – Ιράν: «Συγκοινωνούντα δοχεία»

Συρία και Ιράν, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε τελευταία έκθεσή του και το Ινστιτούτο Στρατηγικών Ερευνών του Stratfor – δεξαμενή σκέψης που χαράσσει, σε μεγάλο βαθμό, την εξωτερική πολιτική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – αντιμετωπίζονται από όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως ένα είδος «συγκοινωνούντων δοχείων». Με άλλα λόγια, θεωρείται δεδομένο ότι η απόκτηση του ελέγχου της Συρίας, που θεωρείται ο αδύναμος εκ των δύο εταίρων, θα προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στο Ιράν, που θα χάσει έναν ισχυρό σύμμαχο στις γεωστρατηγικές περιφερειακές του βλέψεις.

Εντούτοις, όπως υποστήριζε εκτενές ρεπορτάζ των «Asian Times» πριν από μερικές μέρες, επικαλούμενο πρώην και νυν αξιωματούχους αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, προς το παρόν, δεν είναι πιθανό το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής επίθεσης κατά της Συρίας που θα είχε μεγάλο κόστος. Προκρίνεται η έμμεση επέμβαση, δηλαδή της ενίσχυσης, διά της τουρκικής οδού, της δράσης ενόπλων ομάδων όπως ο «Ελεύθερος Συριακός Στρατός» (που προφανώς θα ενισχυθεί και από επαγγελματίες μισθοφόρους), για την πρόκληση εμφύλιας αιματοχυσίας, που θα σπεύσουν ως «σωτήρες» να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστές. Σε ό,τι αφορά το Ιράν ως το πιθανότερο σενάριο θεωρείται η προσπάθεια ιμπεριαλιστικής «περικύκλωσής» του, μέσα και από την απόκτηση του ελέγχου της Συρίας και την ενίσχυση των παρεμβάσεων των μοναρχιών του Κόλπου.

Πρόκειται για σχέδια που και πάλι θα κληθούν να πληρώσουν με το αίμα τους οι λαοί. Στην έκβαση αυτών των σχεδίων επιδρά επίσης το γεγονός ότι στην περιοχή επιχειρούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους και άλλες δυνάμεις. Ρωσία και Κίνα, και κατά δεύτερο λόγο Ινδία, μέχρι στιγμής, έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουν κλιμάκωση των πιέσεων και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης.

Το βέβαιο είναι ότι οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για την πολύτιμη γεωστρατηγικά και ενεργειακά περιοχή της «Ευρείας Μέσης Ανατολής» κλιμακώνονται. Συνεργασίες χρόνων διαλύονται και νέες συμμαχίες αναδύονται που φέρνουν αρνητικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.

 

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ
πηγή : http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6612711&publDate=24/12/2011
Advertisements

About this entry