Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα στα χρόνια πριν την ίδρυση του ΚΚΕ

Σάββατο 14 Απρίλη 2012 – Κυριακή 15 Απρίλη 2012

 

Οι πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες στην Ελλάδα άρχισαν να εμφανίζονται από Γάλλους πολιτικούς πρόσφυγες, οπαδούς του ουτοπικού σοσιαλιστή Σαιν Σιμόν, την εποχή του Οθωνα, με πιο σημαντικό τον Γουσταύο Εϊτχάλ. Ο Βασίλης Λάζαρης, στο έργο του «Οι ρίζες του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος», αναφέρει σχετικά για τους «σαινσιμονιστές», όπως τους ονομάζει:

Μέσα στο ιδιαίτερα δυσμενές για την Αντιβασιλεία (σ.σ. ο Οθωνας, που τον έφεραν στην Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτέμβρη 1931, ως ανήλικος ήταν τυπικά βασιλιάς, την εξουσία ασκούσαν οι τρεις αντιβασιλείς, Αρμανσμπεργκ, Μάουρερ και Εϊντεκ, έως τις 20 Μάη του 1935 που ενηλικιώθηκε) κλίμα που είχε τότε δημιουργηθεί στην Ελλάδα, άρχισαν την πολιτική δράση τους στο Ναύπλιο και σε άλλες περιοχές της χώρας ορισμένοι Γάλλοι πρόσφυγες, προσκαλεσμένοι από τον Ιωάν. Κωλέττη και κυνηγημένοι από τη γαλλική κυβέρνηση, εξαιτίας της ιδεολογίας τους. Επρόκειτο συγκεκριμένα για οπαδούς του σαινσιμονισμού (σ.σ. Σαιν Σιμόν, Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής), ο οποίος προωθούσε τότε τις βασικές αρχές της γαλλικής αστικής Επανάστασης από αριστερότερες θέσεις, προπαγανδίζοντας την πλήρη εξαφάνιση κάθε ιδιοκτησίας που δεν αποτελούσε προϊόν εργασίας και επιζητώντας τη μετατροπή του κράτους, από μέσο κυριαρχίας και διοίκησης προσώπων, σε οργανωτή της παραγωγής και ρυθμιστή των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων.

Ο πιο σημαντικός από τους Γάλλους σαινσιμονιστές, που έδρασαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, υπήρξε ο Γουσταύος Εϊχτάλ, ο οποίος είχε φτάσει στη χώρα τον Οκτώβρη του 1833, εννιά μήνες μετά την άφιξη του Οθωνα, με σκοπό να προσπαθήσει να οικοδομήσει μια βιομηχανική κοινωνία «με επάρκεια αγαθών, φωτισμένη από την επιστήμη, όπου η αγάπη θα εμπόδιζε τον κοινωνικό αγώνα και τον πόλεμο και όπου κυρίαρχο θα ήταν το πνεύμα» (Γκ. Εϊτχάλ, «Οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση», επιμέλεια Θ. Χ. Παπαδόπουλου, Αθήνα 1974, σελ. 9).

Μαζί με τον Φρ. Γκραλιάρ, οργανωτή της χωροφυλακής, και μερικούς άλλους σαινσιμονιστές, επιχείρησε να οργανώσει την Ελλάδα πάνω σε βάσεις που θεωρούσε ότι θα την καταστούσαν πραγματικά ανεξάρτητη χώρα, ενώ παράλληλα ανέπτυσσε μαζί με τους ομοϊδεάτες του μυστική πολιτική δράση μέσα από τη Σαινσιμονιστική Εταιρεία, της οποίας υπήρξε ηγέτης.

Τη μυστική, ωστόσο, δραστηριότητα του Εϊχτάλ και των συντρόφων του την πληροφορήθηκε ο Αρμανσμπεργκ, που ζήτησε στις 19 του Σεπτέμβρη 1834 από τον Κωλέττη, με το παρακάτω έγγραφο, τη λήψη μέτρων, αναφορικά με το θέμα που είχε προκύψει:

«Πληροφορούμεθα ότι πολλά μέλη της Σαινσιμονικής Εταιρείας συνέρχονται άνευ αδείας εις μυστικάς συνεδριάσεις. Η Γραμματεία οφείλει διά παντός τρόπου να εξιχνιάση το ατόπημα τούτο και να καταδιώξη τους ενόχους και τους συνενόχους αυτών κατά τα άρθρα 212, 216, 218, 220 (221 και 222) του Ποινικού Νόμου. Το αποτέλεσμα των ερευνών και χρείας τυχούσης των καταδιώξεων πρέπει να κοινοποιηθή εις ημάς εντός εξ ημερών από σήμερον.

Επειδή αι τάσεις της σαινσιμονικής αιρέσεως ταύτης ουδόλως συμφωνούν προς τας αρχάς του δικαίου και της νομιμότητος, κατά τας οποίας η ημετέρα πατρική στοργή θέλει να διέπωνται οι πιστοί ημών υπήκοοι, ουδέποτε ωφέλη να δοθή εις τους αιρετιστάς τούτους η άδεια τού να εξασκούν τα μηχανήματά των, ανάγκη δε να επιβλέπωνται αυστηρώς. Οι (δε) παραβάντες το άρθρον 12 του Ποινικού Νόμου, καθ’ ην περίπτωσιν είναι ξένοι υπήκοοι, πρέπει να εξωσθούν αμέσως του ημετέρου κράτους» (στο ίδιο, σελ. 104). Η διάδοση λοιπόν των ιδεών του ουτοπικού σοσιαλισμού και η ανάλογη βεβαίως δράση ανησύχησαν την άρχουσα τάξη της Ελλάδας.

Ετσι, το πρόγραμμα του Εϊχτάλ δεν εφαρμόστηκε, ενώ, μετά την ενηλικίωση του Οθωνα και το διορισμό του Αρμανσμπεργκ ως πρωθυπουργού, ο Εϊχτάλ παραιτήθηκε από τη θέση του και επέστρεψε στη Γαλλία. Η επίδραση, όμως, του σαινσιμονισμού διατηρήθηκε σε έναν αρκετά πλατύ κύκλο διανοουμένων στην Ελλάδα, αλλά χωρίς να επηρεάσει τα λαϊκά στρώματα.

Μετά το 1860, μεγάλα ιστορικά και επαναστατικά γεγονότα, που αναδεικνύουν την εργατική τάξη στην αυτοτελή πολιτική ταξική δράση της, η οποία βάζει τη σφραγίδα της στις κοινωνικές εξελίξεις, όπως η δράση της «Διεθνούς Ενωσης Εργατών» που ιδρύθηκε από τους Μαρξ – Ενγκελς το 1864, η Παρισινή Κομμούνα το 1871, αλλά και οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική (απεργία εργατών Σικάγου για το 8ωρο) επηρεάζουν τμήματα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, αλλά και ένα τμήμα αστών δημοκρατών διανοουμένων. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης ήταν η έκδοση πολλών εφημερίδων και ταυτόχρονα η εμφάνιση των πρώτων σοσιαλιστικών ομίλων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ετσι ιδρύονται σοσιαλιστικοί όμιλοι στη Μυτιλήνη, στο Λαύριο, στη Σύρο, στην Κεφαλονιά, στην Πάτρα, στο Αίγιο, στην Αθήνα και τον Πειραιά. Πιο οργανωμένη και ανεπτυγμένη δραστηριότητα γύρω από τις σοσιαλιστικές ιδέες αναπτύσσεται το 1890, όταν ο Σταύρος Καλλέργης ιδρύει τον «Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο» στην Αθήνα, με παραρτήματα και σε άλλες πόλεις.

Ας δούμε όλες αυτές τις εξελίξεις, όπως περιγράφονται από τον Μ. Μ. Παπαϊωάννου στο έργο του «Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»:

Από την εποχή των επιγόνων του Σαιν Σιμόν κάνει την εμφάνισή της στην Αθήνα η εφημερίδα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Πρόοδος», που σημαίνει κατά κύριο λόγο βιομηχανία, για να προπαγανδίσει τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού. Εισηγητής του οΠαναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786-1856), γιατρός, σπουδαγμένος στην Ιταλία και μετεκπαιδευμένος στο Παρίσι, αγωνιστής του 1821 και στέλεχος του λεγόμενου «γαλλικού» κόμματος του Ιωάν. Κωλέττη, γνωστός για τις στενές σχέσεις του με τον Λουδοβίκο Φίλιππο και τον Γκιζώ. Αργότερα στα 1848, ο Σοφιανόπουλος θα εκδώσει την άλλη εφημερίδα του «Νέοι Καιροί», τίτλος που εκφράζει την αποδοχή από τον εκδότη της των αρχών της«κοινωνικής δημοκρατίας» των αστικοδημοκρατικών ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848.

Ο όρος σοσιαλισμός χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» και τους «Νέους Καιρούς» του Σοφιανόπουλου, στα 1849. Οι «Νέοι Καιροί» αναδημοσιεύουν από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» του Σκυλίτση ένα άρθρο για τους σοσιαλιστές Φουριέ, Οουεν κλπ.

Οι όροι κομμουνιστής και κομμουνισμός χρησιμοποιούνται στα Εφτάνησα το 1858 για να χαρακτηρίσουν και κατηγορήσουν τον Ιωσήφ Μομφεράτο (1816-1888), από τους αρχηγούς του «Ριζοσπαστικού κόμματος», δικηγόρο, σπουδαγμένο στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Γαλλίας – είναι στο Παρίσι το 1843 – μέλος του Κερκυραϊκού Κοινοβουλίου επί αγγλικής κατοχής και της Ελληνικής Εθνοσυνέλευσης του 1864, μετά την παραχώρηση των Ιονίων νήσων στην Ελλάδα από την Αγγλία.

Κιόλας από τη δεκαετία 1840-1850 κυκλοφορούν στην Ελλάδα και στα Εφτάνησα οι ιδέες των Προυντόν, Μπλανκί, Μπακούνιν. Μάλιστα, καλλιεργείται παράλληλα και ο τρόμος για την κοινοκτημοσύνη. Το φθινόπωρο του 1848 έχει μεταφυτευτεί στην Ελλάδα ο τρόμος από τον κομμουνιστικό κίνδυνο της Ευρώπης.

Στα 1861 δημοσιεύεται στην αθηναϊκή εφημερίδα «Φως» του Σοφοκλή Καρύδη (εξαιρετική φυσιογνωμία της ελληνικής δημοσιογραφίας) κύριο άρθρο με τον τίτλο «Αναρχία». Το φύλλο κατασχέθηκε και ο αρθρογράφος Δήμος Παπαθανασίου φυλακίστηκε…

Στα 1870, που ξεσπάει ο γαλλο-γερμανικός πόλεμος, η Ελλάδα περνάει βαθιά πολιτική κρίση, οφειλόμενη στην αποτυχία της κρητικής επανάστασης (σ.σ. το 1866) και στην άσχημη πορεία των οικονομικών του κράτους…

Η Ελλάδα στα 1870 έχει πληθυσμό διπλάσιο από τον αρχικό (του 1830): 1.500.000. Διαθέτει η χώρα μια αστική τάξη του χωριού και της πόλης αρκετά δυναμική, που διεκδικεί να αναλάβει μόνη της την εξουσία. Πλάι της, η εργατική και υπαλληλική τάξη αυξάνει τον αριθμό. Τα ναυπηγεία και το λιμάνι της Σύρας στο Αιγαίο απασχολούν εκατοντάδες εργάτες. Το ίδιο συμβαίνει με την εμπορική ναυτιλία. Ο αριθμός των ναυτεργατών ξεπερνά τις 20.000. Από ερειπιώνας που ήταν η Ελλάδα μετά την επανάσταση, στα 1870, εκτός από την Αθήνα, έχει άλλα δέκα τουλάχιστον επαρχιακά κέντρα, σωστές πόλεις.

Στους παραπάνω δείκτες θα πρέπει να προστεθούν οι φοιτητές, οι δημοσιογράφοι, οι εκπαιδευτικοί και άλλοι κλάδοι. Τούτη την κοινωνία τη χαρακτηρίζει ορμή για πρόοδο, για ταχύτερο εξευρωπαϊσμό της ζωής σε όλους τους τομείς, τη βιομηχανία, τη γεωργία, το εμπόριο, την εκπαίδευση, τα γράμματα. Η εξόρμηση της αστικής κοινωνίας περνάει σε μια νέα περίοδο από τούτη τη δεκαετία του περασμένου αιώνα…

Αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι στην επανάσταση της Κρήτης (σ.σ. 1866) παίρνει μέρος ο μπλανκιστής Γκούσταβ Φλουράνς (οπαδός του Μπλανκί, Γάλλου εργάτη από τους αρχηγούς στα οδοφράγματα της επανάστασης του 1848 και μετά της Κομμούνας στα 1871)… Η ελληνική κυβέρνηση ενοχλήθηκε από το φιλελληνισμό του Φλουράνς και δε δίστασε να απαγορεύσει μια διάλεξή του σε δημόσια αίθουσα και ακόμα να τον απελάσει από την Ελλάδα…

Ο αθηναϊκός Τύπος αντιμετωπίζει τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου (σ.σ. στη Γαλλία το 1871, που οδήγησε στην ανακήρυξη της Κομμούνας) χωρίς πολιτικές προκαταλήψεις, αναγράφει τις ειδήσεις με αντικειμενικότητα. Αλλωστε δεν είναι καθόλου προϊδεασμένος για φαινόμενα τέτοια όπως η Κομμούνα. Ετσι, η Παρισινή Κομμούνα, η Διεθνής εταιρεία των εργατών, όταν αρχίζει η επανάσταση της 18 Μαρτίου, παρουσιάζεται με το αληθινό της πρόσωπο ή με τα στίγματα που οφείλονται στο γαλλικό και τον άλλο ξένο Τύπο. Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν κρατάει πολύ. Οσο προχωρούν οι μέρες και το χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, του παρισινού προλεταριάτου από τη μια και από την άλλη της μεγαλοαστικής τάξης, που παραδίδεται στην κυβέρνηση των Βερσαλιών και προδίδει τη Γαλλία στους Γερμανούς καταχτητές, μεγαλώνει και βαθαίνει, τόσο και οι ελληνικές εφημερίδες τάσσονται καθαρότερα με την επανάσταση ή με την αντεπανάσταση. Τελικά, το σύνολο των εφημερίδων τάχθηκε εχθρικά στην Κομμούνα και μόνο μια ξεσπάθωσε και υπερασπίστηκε τις αρχές και τα πρόσωπα του πρώτου προλεταριακού κράτους στον κόσμο. Αυτή η εφημερίδα είναι το «Μέλλον» του Δήμου Παπαθανασίου…

Στα 1869 ο Γεώργιος Γλήνης (1831-1870) συμβάλλεται με το Δήμο Παπαθανασίου (1830-1878), δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Νέα Γενεά» (1862)… Από τις αρχές της δεκαετίας 1850-1860 αρχίζει να εργάζεται ως συντάκτης σε αθηναϊκές εφημερίδες και το 1859 εκδίδει δική του εφημερίδα, τον «Αγγελιαφόρο», με πρόγραμμα: «Πλήρης ισότης και πλήρης ελευθερία του ατόμου» (σ.σ. ο Παπαθανασίου).

Ο Παπαθανασίου, πριν ακόμα αποφασίσει να εκδώσει δική του εφημερίδα, είναι οπαδός του Προυντόν και γενικά του αναρχισμού. Στα 1861 δημοσίευσε το άρθρο με τον τίτλο «Αναρχία» στο «Φως» του Σοφ. Καρύδη.

Το 1869 κλείνει τη «Νέα Γενεά» και γίνεται συνιδιοκτήτης και συνδιευθυντής του «Μέλλοντος» του Γ. Γλήνη. Τον Οκτώβρη του 1870 πεθαίνει ο Γ. Γλήνης και ο Παπαθανασίου συνεχίζει μόνος του την έκδοση της εφημερίδας.

Ο Παπαθανασίου είναι γαλλόφιλος, αλλά και εχθρός του Ναπολέοντα του Γ’ και γενικά της μοναρχίας και της απολυταρχίας. Χαιρετίζει την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία, όμως δεν ανήκει στους οπαδούς της πρώτης κυβέρνησής της. Η έκρηξη της επανάστασης στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1871 τον αιφνιδιάζει, είναι βέβαια περισσότερο από πολλούς άλλους έτοιμος να την επιδοκιμάσει…

Ενα μήνα ύστερα από την εγκαθίδρυση της Κομμούνας στο Παρίσι, το «Μέλλον» παίρνει θέση με το μέρος της επανάστασης και αρχίζει να την υπερασπίζεται από τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες των αντιπάλων της με νευρώδη αρθρογραφία…

Η επανάσταση της Παρισινής Κομμούνας έδωσε την αφορμή να γνωριστούν μεταξύ τους οι οπαδοί του σοσιαλισμού και να σχηματίσουν κύκλους μαζί με άλλους, που η Κομμούνα τους έφερε κοντά στο σοσιαλιστικό κίνημα. Κάτι τέτοιο αποδείχνεται από την κυκλοφορία του «Μέλλοντος». Δεν επηρεάστηκε καθόλου από τις αστυνομικές επιθέσεις εναντίον του διευθυντή της και τις συκοφαντίες των άλλων εφημερίδων…

Με την πείρα από την ήττα της Κομμούνας και από τη χρόνια πολιτική κρίση της Ελλάδας, οι πρώτοι Ελληνες σοσιαλιστές κατέληξαν στην απόφαση να αναλάβουν πρωτοβουλία για να σχηματιστεί μια νέα πολιτική κίνηση, με συνεπείς δημοκρατικές αστικές αρχές, η οποία να προχωρήσει στην ίδρυση ενός δημοκρατικού κόμματος αρχών.

Αλλά δε θα φτάσει, ως το κλείσιμο του περασμένου αιώνα (σ.σ. του 20ού), στην ένωση σ’ ένα πολιτικό κόμμα όλων των αριστερών δημοκρατικών και σοσιαλιστικών κινήσεων. Η σημαντικότερη κίνηση σ’ αυτό το χώρο αντιπροσωπεύτηκε από τον πολυταξιδεμένο Κεφαλονίτη Παναγιώτη Πανά (1832-1894), οπαδό του Ιταλού αριστερού δημοκράτη Ματσίνι, που είχε πάρει μέρος και στις πρώτες συνεδριάσεις της Πρώτης Διεθνούς…

Οταν ξεσπά η Παρισινή Κομμούνα δεν αργεί να στείλει από τη Ρουμανία, όπου βρίσκεται, το μήνυμά του μέσα από την εφημερίδα «Μέλλον» του Δήμου Παπαθανασίου για τη σοσιαλιστική επανάσταση της Γαλλίας. Και στη Ρουμανία δεν έμενε αδρανής.

Για πρώτη φορά το 1865 στο Βελιγράδι καταστρώνονται σχέδια για τη συνεργασία των βαλκανικών λαών, για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή τους. Ιδρύεται μυστική οργάνωση με το όνομα «Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία» (ΔΑΟ). Δημοσιογραφικό όργανό της η φιλελεύθερη σερβική εφημερίδα. Τα τμήματα της ΔΑΟ στις διάφορες χώρες ονομάζονταν «Κύκλοι». Στην Ελλάδα ιδρύθηκε μυστικός «Κύκλος» το 1868 από τον Παναγιώτη Πανά, που τότε είχε έρθει στην Ελλάδα. Είναι ο πρώτος στην Ελλάδα ρομαντικός σοσιαλιστής, εκδότης της πρώτης σοσιαλιστικής ελληνικής εφημερίδας «Εργάτης» της Κεφαλονιάς, το 1874. Ο παράνομος «Κύκλος» ιδρύει το 1876 το δημοκρατικό σύλλογο, που κάτω από τον τίτλο «Ρήγας» συγκεντρώνει την πλειοψηφία των αριστερών δημοκρατών. Η εφημερίδα «Εργάτης» έχει κιόλας πετύχει να φέρει στη Βουλή τον πρώτο σοσιαλιστή βουλευτή, τον Ρόκο Χοϊδά, που γρήγορα γίνεται ο πόλος για την πρώτη αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα με τους Φιλάρετο, Τιμ. Φιλήμονα κ.λπ…

Ο σπουδαιότερος πολιτικός σύλλογος, ύστερα από το «Ρήγα» της Αθήνας, ήταν ο σύλλογος της Πάτρας, που την 1η Μάη 1877 εκδίδει την εφημερίδα «Ελληνική Δημοκρατία», που κατατρόμαξε την υψηλή κοινωνία της τότε συμπρωτεύουσας και ανάγκασε τις καταδιωκτικές αρχές να την κατασχέσουν και να συλλάβουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ομώνυμου συλλόγου. Ηταν ένα από τα πιο ηχηρά συμβάντα στην Ελλάδα της δεκαετίας της Κομμούνας. Εφερε το ζήτημα στη Βουλή ο Ρόκος Χοϊδάς, ανοίχτηκε ζωηρή συζήτηση κατά την οποία εκφράστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα από τους αριστερούς δημοκράτες. Την κίνηση των αναρχικών της Πάτρας την υπερασπίστηκαν ο Χοϊδάς, ο Πανάς, ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, εγγονός του Γέρου του Μοριά, ο οποίος πλήρωσε και την εγγύηση για την αποφυλάκιση των κρατουμένων.

Η δεκαετία του 1870 υπήρξε αφετηρία γόνιμων εξελίξεων στην Ελλάδα. Αργότερα η κυριαρχία της αστικής ολιγαρχίας έριξε στη λησμονιά όλους αυτούς τους πρωτοπόρους της περιόδου, που φάνηκαν πριν από την αστική πνευματική αναγέννηση του 1880, αφού πρώτα τους διέλυσε και τους εξόντωσε με αστυνομικούς και δικαστικούς διωγμούς.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα, η εργατική τάξη αρχίζει να συγκεντρώνεται στα πρώτα εργοστάσια που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το 1870. Ετσι εμφανίζεται το βιομηχανικό προλεταριάτο. Μέχρι τότε, οι εργάτες ήταν διάσπαρτοι σε μαγαζιά, μικρές βιοτεχνίες, στα λιμάνια και τα εμπορικά πλοία και σε ελάχιστες εξορυκτικές μονάδες. Αυτή την εποχή οργανώνονται και τα πρώτα σωματεία και οι πρώτοι αξιόλογοι οργανωμένοι συνδικαλιστικοί εργατικοί αγώνες. Η πρώτη, βεβαίως, εργατική απεργία έγινε το 1826 από τους τυπογράφους του Ναυπλίου, αλλά σταθμός στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος ήταν η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896 που πήρε τη μορφή της εξέγερσης.

Την ίδια περίοδο προς το τέλος του 19ου αιώνα αναπτύσσεται και η σοσιαλιστική φιλολογία, κυρίως μέσω εφημερίδων με έργα όπως του Μπέμπελ «Γυνή και Κοινωνισμός» (Γυναίκα και Σοσιαλισμός), του Βέλγου Λεβαλιέ «Ιστορία και θεωρία του Σοσιαλισμού» και το έργο του Μαρξ «Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο». Στις αρχές του 20ού αιώνα, το 1907, κυκλοφορεί το πρώτο θεωρητικό έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής φιλολογίας, το βιβλίο του Γ. Σκληρού (Γ. Κωνσταντινίδης) με τίτλο «Το Κοινωνικό μας ζήτημα», που έκανε την πρώτη προσπάθεια διερεύνησης των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας με βάση τον ιστορικό υλισμό, προπαγανδίζοντας το αναπόφευκτο της πάλης των τάξεων σαν το μοναδικό παράγοντα της κοινωνικής προόδου. Στη συνέχεια, ο Κώστας Χατζόπουλος, που ενστερνίστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες στη Γερμανία, μεταφράζει το κλασικό ιστορικό έργο«Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» των Μαρξ – Ενγκελς, με τίτλο «Το Κοινωνιστικό Μανιφέστο» και αργότερα το έργο του Ενγκελς «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη», με τίτλο «Ο επιστημονικός και ουτοπικός σοσιαλισμός», ενώ αργότερα άρχισε να δημοσιεύει η εφημερίδα «Κοινωνισμός»αποσπάσματα από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα μπαίνει πλέον στην περίοδο ωριμότητας, ανοίγοντας το δρόμο στο εργατικό κίνημα να γνωριστεί με την επιστημονική κοσμοθεωρία, πορεία την οποία διακόπτει βίαια ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος το 1914, στον οποίο παίρνει μέρος η Ελλάδα με την κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, στο πλευρό των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία κ.λπ.).

Την ίδια περίοδο το εργατικό κίνημα αναπτύσσεται, αφού γίνονται οι πρώτες προσπάθειες συνένωσης των σωματείων σε εργατικά κέντρα, ενώ το 1911 ιδρύεται η πρώτη Πανελλήνια Εργατική Ομοσπονδία. Είναι η πρώτη προσπάθεια συνένωσης της εργατικής τάξης σε ενιαία οργάνωση. Την ίδια περίοδο το αγροτικό κίνημα, κυρίως στη Θεσσαλία, αναπτύσσει τη δική του πάλη με τη συμβολή του Μαρίνου Αντύπα και με αίτημα την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.

Το 1911 συγκροτείται στην Αθήνα το Σοσιαλιστικό Κέντρο από τον Ν. Γιαννιό. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο έχει δικό του πρόγραμμα και αρχές, με βάση τα διεθνή σοσιαλιστικά συνέδρια της Β’ Διεθνούς. Σύμφωνα μ’ αυτά, οι σκοποί και οι επιδιώξεις του είναι:

Η προώθηση των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα συνδυάζεται με την οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα, τη διεκδίκηση σειράς μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν την κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου και εκλογής σε άντρες και γυναίκες, την καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της αναλογικής αντιπροσώπευσης, την αποχή από κάθε επιθετικό πόλεμο και την ένωση όλων των κρατών του Αίμου σε μια δημοκρατική Βαλκανική Ομοσπονδία. Την ίδια χρονιά (1911), με πρωτοβουλία πάλι του Γιαννιού, ιδρύθηκε τοΣοσιαλιστικό Κέντρο Πειραιά.

Το 1912, στην Αθήνα ιδρύεται ο Σοσιαλιστικός Ομιλος της Ελληνικής Νεολαίας, από νέους εργάτες, και εκδίδει το δεκαπενθήμερο περιοδικό «Ανάστασις». Στόχος του ομίλου είναι η δημιουργία πανελλαδικού σοσιαλιστικού ομίλου νέων και η προετοιμασία προπαγανδιστών για το σοσιαλιστικό αγώνα. Ο όμιλος αυτός εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κέντρο της Αθήνας του Ν. Γιαννιού, ενώ συνδέθηκε και με τη Διεθνή Σοσιαλιστική Νεολαία. Το 1912 ιδρύεται και ο Σοσιαλιστικός Ομιλος της Κέρκυρας, ενώ μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους συγκροτείται η Σοσιαλιστική Νεολαία Καβάλας που αναπτύσσει έντονη σοσιαλιστική προπαγάνδα και δράση στους καπνεργάτες.

Το 1914, ο Π. Δημητράτος ίδρυσε στην Αθήνα τη Σοσιαλιστική Εργατική Ενωση και το 1916 ιδρύθηκε η Σοσιαλιστική Νεολαία της Αθήνας, με πρωτοβουλία του Δημοσθένη Λιγδόπουλου και των συμφοιτητών του Σπ. Κομιώτη, Φρ. Τζουλάτη και αδελφών ΔούμαΑυτή η οργάνωση έδινε έμφαση στις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού και στην ανάγκη της διαφώτισης και οργάνωσης της εργαζόμενης νεολαίας. Εξέδιδε δε και την εφημερίδα «Εργατικός Αγών» που διηύθυνε ο Λιγδόπουλος.

Η Φεντερασιόν, σοσιαλιστική οργάνωση που δρούσε στη Θεσσαλονίκη και συσπείρωνε στις γραμμές της εκπροσώπους από εργάτες όλων των εθνικοτήτων της πόλης (Ελληνες, Τούρκους, Εβραίους, Βούλγαρους) και είχε οργανώσει και καθοδηγήσει σημαντικούς εργατικούς αγώνες στη Μακεδονία, είχε συνειδητοποιήσει περισσότερο την ανάγκη οργάνωσης κόμματος της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Ετσι πήρε την πρωτοβουλία της σύγκλησης, τον Απρίλη του 1915 στην Αθήνα, της πρώτης Πανελλαδικής Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης, στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποί της και αντιπρόσωποι τηςΣοσιαλιστικής Ενωσης, των Σοσιαλιστικών Κέντρων του Πειραιά, του Βόλου, της Κέρκυρας και της Μυτιλήνης, καθώς και των εφημερίδων «Αβάντι» (Θεσσαλονίκης) και «Οργάνωσις».

Η Συνδιάσκεψη κατέληξε σε μια σειρά διακηρύξεις για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και την ανάγκη ίδρυσης δικού της κόμματος, αλλά δεν πήρε καμιά άλλη αξιόλογη απόφαση. Ανέθεσε, όμως, στη Σοσιαλιστική Ενωση να συγκαλέσει το ιδρυτικό συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στο οποίο έπρεπε να πάρουν μέρος όλες οι σοσιαλιστικές οργανώσεις της Ελλάδας.

Υπήρχαν, όμως, έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ σοσιαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες και συνεχίστηκαν. Ο Γιαννιός, μάλιστα, δημοσίευσε πύρινα άρθρα κατά της Φεντερασιόν. Αλλά η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο και η ανάγκη για την αποκατάσταση της ειρήνης, ιδιαίτερα μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, επέδρασαν στο σχετικό ξεκαθάρισμα των απόψεων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές οργανώσεις και στην παραπέρα πολιτική ωρίμανση πολλών απ’ αυτές.

Τον Ιούνη του 1917 πραγματοποιήθηκε νέα Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη στην Αθήνα, η οποία αποφάσισε τη συγχώνευση του Σοσιαλιστικού Κέντρου και της Σοσιαλιστικής Ενωσης σε ενιαία οργάνωση με την ονομασία Σοσιαλιστικό Τμήμα των Αθηνών. Αποφάσισε, επίσης, τη σύγκληση, το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς, συνεδρίου του πολιτικού κόμματος του ελληνικού προλεταριάτου. Οι διαφωνίες, όμως, εξακολουθούσαν να υπάρχουν, ιδιαίτερα ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κέντρο και τη Φεντερασιόν. Εδώ πρέπει να τονίσουμε τις προσπάθειες της εφημερίδας «Εργατικός Αγών», με επικεφαλής τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο, στην πάλη για την υπερνίκηση των διαφωνιών.

Η Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία επιδρά αποφασιστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών και την ωρίμανση της ανάγκης ίδρυσης κόμματος του προλεταριάτου.Στα τέλη του 1918 επαναλήφθηκαν στην Αθήνα οι εργασίες της Δεύτερης Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης, στην οποία πήραν μέρος, εκτός από τους αντιπροσώπους της Φεντερασιόν, της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ενωσης της Αθήνας και της Σοσιαλιστικής Οργάνωσης του Πειραιά, οι Σοσιαλιστικές Ενώσεις του Βόλου και της Κέρκυρας. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο του Γιαννιού δεν προσκλήθηκε να πάρει μέρος, γιατί, με τη συνεργασία του με την κυβέρνηση του Βενιζέλου, ακολούθησε ανοιχτά διασπαστική πολιτική.

Η Συνδιάσκεψη αποφάσισε να συνέλθει τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς συνέδριο, με σκοπό την ίδρυση πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης.

Τον Αύγουστο του 1918 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα εργατική Συνδιάσκεψη, με σκοπό την προετοιμασία της σύγκλησης Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου για τη συνένωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης και την ίδρυση κεντρικού συνδικαλιστικού οργάνου.

Το Πανελλαδικό Εργατικό Συνέδριο άρχισε τις εργασίες του στην Αθήνα στις 21 του Οκτώβρη (3 του Νοέμβρη) του 1918 και τις συνέχισε στον Πειραιά με τη συμμετοχή 182 αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν τα 214 από τα 320 εργατικά σωματεία, με 65.000 μέλη από το συνολικό αριθμό των 80.000 οργανωμένων εργατών. Τον κύριο ρόλο στη διοργάνωση του Συνεδρίου έπαιξε το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Τα Εργατικά Κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά βρίσκονταν κάτω από την επιρροή του κόμματος των Φιλελευθέρων. Επιδίωξή τους ήταν να παρασύρουν το εργατικό κίνημα στο δρόμο του ρεφορμισμού και της ταξικής συνεργασίας.

Υστερα από έντονη και σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση, το Συνέδριο, με ψήφους 158 (σε σύνολο 180), 21 κατά και 1 λευκό, υιοθέτησε την αρχή της πάλης των τάξεων και του μαχητικού αγώνα των εργατών και υπαλλήλων – μακριά από κάθε αστική κηδεμονία – και τις δίκαιες διεκδικήσεις του.

Ηταν το αποφασιστικό βήμα για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης, προάγγελος της ίδρυσης πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης.

Λίγες μέρες μετά το εργατικό συνέδριο και την ίδρυση της ΓΣΕΕ, συνήλθε το 1ο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο, το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ. Το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) ήταν το πιο σημαντικό ιστορικό γεγονός της εποχής, γιατί μπήκε το θεμέλιο της ανάπτυξης της συνειδητής ταξικής πάλης για την εκπλήρωση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης.

Πηγές:

1. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949», τ. 1ος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

2. «Σαράντα χρόνια του ΚΚΕ, 1918-1958, επιλογή ντοκουμέντων», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις».

3. Βασίλη Λάζαρη: «Οι ρίζες του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

4. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Οι μεγάλες απεργίες στα χρόνια 1908-1918

Μέσα στα δέκα χρόνια από το 1908 έως το 1918 ξέσπασαν σχεδόν σ’ όλες τις πόλεις της χώρας μεγάλες εργατικές απεργίες.

Αν και η συνδικαλιστική οργάνωση ήταν ακόμα σε νηπιώδη κατάσταση, ωστόσο το προλεταριάτο μας, με το όπλο της απεργίας, αγωνίστηκε για να καλυτερέψει τους όρους της ζωής του.

Ας αρχίσουμε από τις απεργίες του Βόλου, που κάνανε τότε μεγάλη εντύπωση.

Οπως είπαμε, στο Βόλο πρώτοι οργανώθηκαν σε σωματεία, εξόν από τους τυπογράφους, οι καπνεργάτες και οι τσιγαράδες.

Οι καπνεργάτες μάλιστα, παρ’ όλη τη βαριά δουλειά τους, δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί μέσα σε μπουντρούμια, έτσι που οι περισσότεροι καταντούσαν φθισικοί1.

Γι’ αυτό οι καπνεργάτες, από τις αρχές του 1909, άρχισαν να εκδηλώνουν την αγανάχτησή τους και να μιλούν για απεργία, μια που βλέπανε πως οι εργοδότες αδιαφορούσαν για την κατάστασή τους.

Υστερα από πολλά σούρτα φέρτα, μια που οι καπνέμποροι δεν ήθελαν ν’ ακούσουν ούτε για αύξηση των μεροκάματων, ούτε για ελάττωση των ωρών δουλειάς, στις 23 του Φλεβάρη (1909) οι καπνεργάτες του Βόλου κήρυξαν απεργία.

Ισαμε τις 27 του μηνός η απεργία είχε ειρηνικό χαραχτήρα. Οι απεργοί ελπίζανε πως οι καπνέμποροι θα δέχονταν τα αιτήματά τους. Ομως οι συνεννοήσεις ναυάγησαν, γιατί οι εργοδότες δε θέλανε να κάνουν και την πιο μικρή υποχώρηση. Στις 2 του Μάρτη η απεργία εξελίχτηκε σ’ επαναστατική διαμαρτυρία.

Για τα γεγονότα που επακολούθησαν και που προκάλεσαν ζωηρή εντύπωση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, δίνουμε πιο κάτω μιαν αντικειμενική, όσο κι ενδιαφέρουσα εξιστόρησή τους από ‘ναν παλιό καπνεργάτη του Βόλου, που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα «Ταχυδρόμος»του Βόλου (22 του Γενάρη 1952):

«Το πρωί της Δευτέρας, στις 2 του Μάρτη 1909, συγκεντρώνονται οι απεργοί καπνεργάται στο Εργατικό Κέντρο, όπου πληροφορούνται ότι ωρισμένοι καπνέμποροι αρνούνται να δεχθούν τα συμφωνηθέντα στην επί παρουσία του Νομάρχου σύσκεψι της προηγουμένης. Επί πλέον κυκλοφορεί η διάδοσις ότι οι καπνέμποροι ηύξησαν τα ημερομίσθια μερικών εργατών, οι οποίοι πήγαν από το πρωί στις αποθήκες.

Αγαναχτισμένοι οι απεργοί πηγαίνουν στην πλατεία Ελευθερίας, όπου η επιτροπή των καπνεργατών καταθέτει την εντολή.

Από την πλατεία Ελευθερίας οι καπνεργάται εξορμούν στις καπναποθήκες για να εξαναγκάσουν τους εργαζομένους σ’ αυτές να εγκαταλείψουν τη δουλειά. Πηγαίνουν πρώτα στην αποθήκη Ζαρκάδου, που εργάζονταν περί τους 10 εργάτας και αρκετά παιδιά. Οι απεργοί αφού έβγαλαν έξω τους εργαζομένους, επιτίθενται με πέτρες κατά της αποθήκης και σπάζουν τα τζάμια.

Με φωνές διευθύνονται ύστερα στην αποθήκη Πανά, όπου επίσης σπάζουν τα τζάμια, όπως κάνουν το ίδιο και στις καπναποθήκες Γκιζίκη, Χαμσαραχή, Σαπόρτα και Πανταζοπούλου.

Εν τω μεταξύ φθάνουν στην αποθήκη Πανταζοπούλου ο εισαγγελεύς Γεωργόπουλος και άλλες Αρχές, οι οποίες διώχνουν τους απεργούς. Αυτοί διευθύνονται ύστερα στα Παληά, όπου σπάζουν τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλα της αποθήκης Αδάμου.

Επιχειρούν έπειτα να επιστρέψουν στην πόλι. Αλλά, ενώ βρίσκονται στη Λαχαναγορά, καταφθάνουν οι χωροφύλακες και στρατιωτική δύναμις υπό τον υπολοχαγό Μακρόπουλο. Η σύρραξις επέρχεται. Οι αρχές συλλαμβάνουν μερικούς απεργούς και οι χωροφύλακες πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι πυροβολισμοί συνεχίζονται, γιατί οι απεργοί δεν υποχωρούν και προσπαθούν να αποσπάσουν τους συναδέλφους των που συνελήφθησαν. Οι ανώτεροι αστυνομικοί Διοσκουρίδης και Πλαπούτας, καθώς και ο εισαγγελεύς Γεωργόπουλος είναι παρόντες. Η ταραχή συνεχίζεται. Οι πυροβολισμοί εξακολουθούν. Μερικές σφαίρες πέφτουν στο δικηγορικό γραφείο Μακροπούλου, χωρίς να τραυματίσουν κανέναν απ’ όσους ήσαν μέσα. Αλλες σφαίρες όμως χτυπούν τους καπνεργάτας και τραυματίζουν τρεις απ’ αυτούς. Χύνεται το πρώτο εργατικό αίμα…

Οι απεργοί αρχίζουν να διαλύωνται, ενώ μερικοί απ’ αυτούς μεταφέρουν τους τραυματισθέντας στο φαρμακείο Καλτσωγιάννη, κοντά στο Δημοτικό θέατρο. Οι τραυματισθέντες καπνεργάται είναι οι : 1) Σεραφείμ Πιτσικάλης από τον Αγιο Ονούφριο. Φέρει τρία τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής. 2) Βασίλειος Δήμας από την Αλλη Μεριά, 20 ετών, ο οποίος φέρει τραύμα στον μηρό και 3) Σπυρίδων Ράμας από τη Λαμία, ετών 36, ο οποίος φέρει ελαφρό τραύμα στο βραχίονα. Οι δυο πρώτοι μεταφέρονται από το φαρμακείο Καλτσογιάννη στο νοσοκομείο όπου ο ιατρός Σαράτσης εγχειρίζει τον Δήμα, του οποίου η κατάστασις είναι σοβαρή.

Αλλά οι καπνεργάται δεν αποθαρρύνονται. Μετά τις σκηνές των Παλαιών πηγαίνουν στην εκκλησία της Αναλήψεως, όπου, αγανακτισμένοι για τους τραυματισμούς, ορκίζονται μπροστά στις εικόνες ότι θα επιμείνουν μέχρι τέλους διεκδικούντες τα δίκαιά των και το αίμα των συντρόφων των.

Εν τω μεταξύ φθάνουν στην εκκλησία ο νομάρχης, ο διευθυντής της Αστυνομίας, ο εισαγγελεύς και ο ανακριτής, οι οποίοι δηλώνουν ότι οι συλληφθέντες, αφού τελειώσουν οι ανακρίσεις, θα απολυθούν. Εν συνεχεία φθάνει ο Δήμαρχος, ο οποίος ομιλεί προς τους εργάτας και προτείνει καταρτισμό επιτροπής για την επίλυσιν του όλου ζητήματος. Οι απεργοί διαλύονται για να επανέλθουν το απόγευμα.

Οι πρόεδροι των συντεχνιών της Φιλοπτώχου Αδελφότητος συνέρχονται εκτάκτως και αποφασίζουν να ενισχύσουν τους καπνεργάτας. Εκτάκτως επίσης συνέρχεται και η διοικητική επιτροπή του Εργατικού Κέντρου, η οποία συντάσσει και σχετικό ψήφισμα, υπογραφόμενο από τον προϊστάμενο της Επιτροπής Γ. Μούσιο και τον γραμματέα Κ. Χρυσικόπουλο.

Με κωδωνοκρουσίες το απόγευμα καλούνται οι καπνεργάτες στη συγκέντρωσι της Αναλήψεως, όπου φθάνουν και οι συλληφθέντες απεργοί, οι οποίοι απεφυλακίσθησαν και γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό και κραυγές χαράς. Προς τους συγκεντρωθέντας ομιλεί, όπως και το πρωί, ο Γ. Αλεξανδράκης, ο οποίος παροτρύνει τους απεργούς να συνεχίσουν τον αγώνα των. Εν συνεχεία ομιλεί ο πρόεδρος της επιτροπής των καπνεργατών Ζησόπουλος και εκλέγεται δωδεκαμελής επιτροπή, η οποία αποσύρεται για λίγο και συσκέπτεται. Οταν παρουσιάζεται ξανά και γίνεται δεκτή με ζητωκραυγές, τίθεται επί κεφαλής των καπνεργατών, οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία και κατευθύνονται, πάλι με ζητωκραυγές, προς την οδό Δημητριάδος. Αφού παρήλασαν διά της οδού Δημητριάδος με τάξιν και ησυχία, αν και δεν εφαίνετο πουθενά ούτε σκιά χωροφύλακος, κατευθύνθηκαν στο κατάστημα του προέδρου της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κούτσικου, στην οδόν Ερμού. Ο πρόεδρος της Αδελφότητος δηλώνει ότι οι συντεχνίες θα ενισχύσουν τους καπνεργάτες, οι οποίοι ύστερα απ’ αυτή τη δήλωσι ζητωκραυγάζουν και διά των οδών Ιωλκού, Δημητριάδος και Ορμηνίου διευθύνονται στη Νομαρχία. Εκεί ο Νομάρχης δηλώνει ότι οι καπνέμποροι δέχονται τα αιτήματα των καπνεργατών και παρακαλεί τους απεργούς να διαλυθούν ήσυχα.

Οι εργάται δικαιώνονται. Οι αγώνες καρποφορούν.

Μετά την δήλωσιν του νομάρχου, οι απεργοί κατευθύνονται στην πλατεία Ελευθερίας, όπου εκφωνείται νέος λόγος και ύστερα διαλύονται.

Την νύχτα φθάνουν από τα πέριξ πολλοί χωροφύλακες προς ενίσχυσιν της αστυνομίας.

Τα γεγονότα του Βόλου έγιναν γνωστά σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία και την υπόλοιπη χώρα, προεκάλεσαν δε ευρείαν συζήτησιν και στη Βουλή.

Από το πρωί της επομένης, 3ηςΜαρτίου, οι καπνεργάται άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Ελευθερίας, και από εκεί κατευθύνονται στην εκκλησία της Αναλήψεως, όπου αναμένουν τις ανακοινώσεις της επιτροπής των.

Η επιτροπή καλεί τους απεργούς εντός του ναού και εκεί γνωστοποιεί το έγγραφο του Εμπορικού Συλλόγου, στο οποίο αναγράφονται τα προτεινόμενα υπό των καπνεμπόρων. Επί των προτεινομένων όρων επέρχονται ωρισμένες τροποποιήσεις και συντάσσεται υπόμνημα προς τον Εμπορικό Σύλλογο. Οι καπνεργάτες διαλύονται ύστερα από αυτό για να επανέλθουν το απόγευμα.

Εν τω μεταξύ οι πρόεδροι των διαφόρων συντεχνιών και σωματείων του Βόλου συνέρχονται σε σύσκεψι, στην οποία παρίσταται και η επιτροπή των καπνεργατών. Επειδή δε μεταξύ των μελών της επιτροπής είναι και ο Αλεξανδράκης, ωρισμένοι πρόεδροι δυσφορούν και ζητούν να μείνουν στη σύσκεψι μόνον οι καπνεργάται. Αλλ’ αυτοί δηλώνουν ότι ο Αλεξανδράκης προΐσταται της επιτροπής και πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνη. Και έτσι έγινε. Στη σύσκεψι αυτή, καθώς και σε αλλεπάλληλες εν συνεχεία συσκέψεις καπνεργατών, Αρχών και άλλων αρμοδίων, το όλον ζήτημα βρήκε τη σωστή του λύσι και υπεγράφησαν συμφωνητικά, με τα οποία γίνονται γνωστοί οι όροι των καπνεργατών.

Μετά τις συσκέψεις η επιτροπή των καπνεργατών κατευθύνεται στην Ανάληψι, όπου περιμένουν οι απεργοί, οι οποίοι μόλις πληροφορούνται τα αποτελέσματα, προχωρούν με ζητωκραυγές προς τον Αγιο Νικόλαο, όπου αρχίζουν τις κωδωνοκρουσίες – σημείον λήξεως της απεργίας. Προς τους συγκεντρωθέντας ομιλεί ο καπνέμπορος Γκιζίκης και εν συνεχεία οι καπνεργάτες παρελαύνουν διά των οδών Ερμού, Δημητριάδος και Ιωλκού και καταλήγουν στην πλατεία Ελευθερίας, όπου διαλύονται.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 1909. Οι καπνεργάται επαναλαμβάνουν τις εργασίες των. Η απεργία, η ιστορική απεργία, έληξε. Με ευχάριστα για τους εργάτες αποτελέσματα. Ας είναι σοβαρή η κατάστασις του ατυχούς Β. Δήμα και ας χρειάστηκε σήμερα να του κοπή το πόδι. Χωρίς αγώνες, χωρίς αίμα, χωρίς θυσίες, τίποτε δεν επιτυγχάνεται.

Το βράδυ συλλαμβάνεται και κρατείται στην αστυνομία ο Γ. Αλεξανδράκης.

Την 25ηΜαρτίου τελειώνουν οι ανακρίσεις για τα καπνεργατικά και υποβάλλεται το πόρισμα υπό του δικαστού Νικητοπούλου στον εισαγγελέα, ο οποίος γνωματεύει, ότι οι προφυλακισθέντες πρέπει να παραπεμφθούν στο Πλημμελειοδικείο και να διαταχθή η απόλυσίς των από τις φυλακές.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών συνέρχεται την 26ησε σύσκεψι και παραδέχεται την πρότασι του εισαγγελέως. Ετσι, την Παρασκευή 27ηΜαρτίου του 1909, αποφυλακίζονται οι κρατούμενοι στο Βόλο δύο καπνεργάται, καθώς και ο προφυλακισμένος στα Τρίκαλα Γ. Αλεξανδράκης».

Ομως μέσα σ’ ένα χρόνο οι καπνέμποροι σήκωσαν κεφάλι και θέλησαν να ξαναφέρουν το παλιό καθεστώς της δωδεκάωρης δουλειάς και του μεροκάματου της πείνας. Γι’ αυτό, στις 10 του Φλεβάρη 1910, οι Βολιώτες καπνεργάτες κατεβαίνουν σε νέα απεργία. Τούτη η απεργία τους βαστάει τρεις βδομάδες και τελειώνει κι αυτή μ’ επιτυχία.

Στις αρχές του Μάρτη 1911 τρίτη καπνεργατική απεργία ξέσπασε. Οι καπνεργάτες ζητούν τώρα οχτάωρο, εργοστάσια και μαγαζιά υγιεινά, καθίσματα, νιφτήρες, φαρμακευτική και ιατρική περίθαλψη, κατάργηση της κράτησης 1% που γινόταν στα μεροκάματά τους, αναγνώριση δικών τους αντιπροσώπων στο Εποπτικό Συμβούλιο κλπ. Η απεργία αυτή βάσταξε κοντά ένα μήνα, λύθηκε όμως με υποχώρηση των καπνεργατών.

Αυτό είναι το ιστορικό των μεγάλων καπνεργατικών απεργιών του Βόλου την εποχή εκείνη. Καπνεργατική απεργία είχε ξεσπάσει και στην Καρδίτσα, που κι αυτή λύθηκε στις 9 του Μάρτη (1909) με επιτυχία. Πριν ιστορήσω τις απεργίες της Αθήνας και του Πειραιά, ας κάνω λόγο και για μίαν άλλη απεργία, που έγινε στην Πάτρα ένα χρόνο νωρίτερα.

Στις 13 του Ιούνη 1908 απεργήσανε εκεί οι εργάτες της «Ελληνικής Εργατικής Ενωσης». Η απεργία αυτή έκανε τους Πατρινούς εργοδότες να τα χρειαστούν. Στην αρχή τρομοκρατήθηκαν και βλέπανε παντού «αναρχικούς δάκτυλους».

Η παλιά αναρχική κίνηση, που τόσο πολύ είχε τρομοκρατήσει τους Πατρινούς πλουσίους, δεν είχε ολότελα ξεχαστεί, αν κι είχανε περάσει κάμποσα χρόνια. Γι’ αυτό ο εκεί εισαγγελέας, από την πίεση των Πατρινών εργοδοτών, όχι μονάχα έβαλε την αστυνομία να τρομοκρατήσει τους απεργούς, μα και ο ίδιος τους καταδίωξε, εφαρμόζοντας το άρθρο 167 του Ποινικού Νόμου2.

Ερχόμαστε τώρα στον Πειραιά. Το Μάρτη του 1910 ξέσπασε εκεί η μεγάλη απεργία των ναυτοθερμαστών.

Ισαμε την εποχή εκείνη, παρ’ όλη την ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, τίποτα δεν έγινε για την καλυτέρευση της ζωής των εργατών που δούλευαν στα εμπορικά καράβια. Ολο το προσωπικό ζούσε μία ζωή σκυλίσια. Μεγάλη καταπίεση, λίγη τροφή, πολλές ώρες δουλειάς. Οι ναυτοθερμαστές ήρθε η ώρα να σηκώσουν κεφάλι, δε βαστούσαν πια. Στην αρχή με το καλό και παρακαλώντας, ζήτησαν να τους δοθεί λίγο ψωμί παραπανίσιο από εκείνο που παίρνανε και να λιγοστέψουν οι ώρες της δουλειάς. Μα οι εφοπλιστές ούτε ν’ ακούσουν θέλανε τα παρακάλια των σκλάβων τους. Γι’ αυτό ετοιμάστηκαν να κηρύξουν απεργία, ζητώντας τροφή καλή και κανονισμό δουλειάς (καθορισμό ωρών εργασίας). Τα αιτήματά τους αυτά γίνανε «κατ’ αρχήν» δεκτά από τους εφοπλιστές μ’ έναν όρο όμως: Να διαλύσουν το σωματείο τους. Οι ναυτεργάτες δεν το δέχτηκαν και η απεργία ξέσπασε.

Πρωθυπουργός την εποχή εκείνη ήταν ο Στέφανος Δραγούμης, ο ίδιος που στο Κιλελέρ της Λάρισας αιματοκύλισε τους αγρότες. Τόσο αυτός, όσο και οι άλλοι υπουργοί, θέλησαν να δείξουν πως στην Ελλάδα δε «χρειάζονται αναρχικά κινήματα και εργατικαί επιδείξεις». Αντίθετα, έπρεπε να «ενθαρρυνθή το νεαρόν ελληνικόν κεφάλαιον». Γι’ αυτό, πήραν αμέσως τέτοια μέτρα που απέβλεπαν στο σπάσιμο της απεργίας. Μια όμως που δεν τα κατάφεραν να σπάσουν την απεργία, στείλανε στα δεμένα εμπορικά βαπόρια ναύτες από το Πολεμικό Ναυτικό. Οι απεργοί μπροστά στην κυβερνητική αυτή επέμβαση σκέφτηκαν ν’ ανέβουν «εν σώματι» στην Αθήνα και να διαμαρτυρηθούν στον Δραγούμη (τέλος Μάρτη). Μα ο Δραγούμης, αν και τους έδωσε υποσχέσεις, εξακολουθούσε να ενισχύει τους εφοπλιστές. Τότε, αποφασίστηκε από τα εργατικά σωματεία της Αθήνας να γίνει κοινό συλλαλητήριο, για να ενισχυθεί η απεργία των ναυτοθερμαστών του Πειραιά.

Ετσι, στις 9 του Απρίλη (1910) ανέβηκαν στην Αθήνα κοντά δυο χιλιάδες απεργοί από τον Πειραιά. Η συγκέντρωση έγινε στο εργοστάσιο «Φιξ» (Λεωφόρος Συγγρού). Εκεί είχαν μαζευτεί και καμιά χιλιάδα Αθηναίοι εργάτες κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για τους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Στη μεγάλη αυτή εργατική συγκέντρωση, μίλησε πρώτος ο κοινωνιολόγος Παν. Αραβαντινός. Ο λόγος του ήταν μαχητικότατος. Μίλησε για την πάλη των τάξεων, για την εργατική γροθιά, για το εργατικό δίκαιο, για την εκμετάλλευση, για την ανάγκη του εργατικού συνασπισμού. Και μαζί με άλλα είπε και τα παρακάτω:

«Μηχανικοί και θερμασταί απεργοί!

…Εις τα συνασπισθέντα υπέρ υμών Εργατικά Σωματεία των Αθηνών πρέπει να αντικρύσετε αδελφούς συμπάσχοντας μαζί σας, συνεργάτας ζώντας υπό τους αυτούς δυσμενείς όρους, υπό τους οποίους ζήτε και Σεις, αδελφούς δακρύοντας διά τας κακουχίας και καταπιέσεις τας οποίας υποφέρετε, συμπολεμιστάς, τέλος, διά τον μέλλοντα αγώνα υπέρ της ανυψώσεως του Εργάτου, της βελτιώσεως των όρων υπό τους οποίους ζη, υπέρ αυτού τούτου του ατομισμού αυτού.

…Οι μηχανικοί και θερμασταί του Πειραιώς επί είκοσι και πέντε όλας ημέρας τυραννούνται μακράν της εργασίας των, διότι οι μεν πρώτοι εζήτησαν από τους εφοπλιστάς να απομακρυνθώσιν των πλοίων οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι, τους οποίους το Προξενείον Κωνσταντινουπόλεως επρομήθευσε εις αυτούς…»3.

Υστερα κι από τους λόγους του Π. Αθηναίου και του Νίκου Μώρου εγκρίθηκε ψήφισμα με την εντολή να επιδοθεί στην κυβέρνηση.

Η επιτροπή που βγήκε για να πάει να επιδώσει το ψήφισμα αποτελούνταν από δυο θερμαστές, δυο μηχανικούς κι από το δικηγόρο Σπύρο Θεοδωρόπουλο.

Οταν πήγε όμως στο σπίτι του πρωθυπουργού, ο γέρο – Δραγούμης «επιφυλάχτηκε» ν’ απαντήσει.

«Αύριον, αύριον, θα μεριμνήσω… πηγαίνετε και θα μεριμνήσω…», απάντησε.

Η επιτροπή έφυγε και ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους έξω από το σπίτι του Δραγούμη απεργούς την απάντηση του πρωθυπουργού.

Οι απεργοί μανιάζουν, φωνάζουν, σφυρίζουν, διαμαρτύρονται, απειλούν. Η απάντηση αυτή τους εξαγρίωσε.

Ο διευθυντής της Αστυνομίας Δαμηλάτης στο αναμεταξύ έφερε στρατό και χωροφύλακες τάχα «προς τήρησιν της τάξεως», αλλά με σκοπό πραγματικό να διαλύσει με τη βία τους απεργούς.

Η εμφάνιση όμως των χωροφυλάκων ερεθίζει πιο πολύ τους εργάτες.

Ενας απεργός αρπάζει από τα χέρια ενός χωροφύλακα τον γκρα. Το ίδιο κάνουν κι άλλοι. Οι χωροφύλακες τα χρειάζονται. Ενας άλλος απεργός, με μια πέτρα, σπάζει ένα τζάμι σε κάποιο παράθυρο του σπιτιού του Δραγούμη. Ο γερο-πρωθυπουργός, βλέποντας το μανιασμένο πλήθος έτοιμο να τα κάνει γυαλιά καρφιά, κατεβαίνει από το σπίτι του και δηλώνει πως θα δεχτεί τα αιτήματα των απεργών και θα διατάξει αμέσως «να αποσυρθούν οι ναύται του πολεμικού ναυτικού από τα εμπορικά πλοία». Η εργατική γροθιά ανάγκασε τον πρωθυπουργό να υποχωρήσει.

Οι απεργοί, ικανοποιημένοι από τη νίκη τους, όλοι μαζί, κατεβαίνουν την οδό Σταδίου και περνώντας από την οδό Αιόλου μαζεύονται μπροστά στο Εργατικό Κέντρο, όπου τους μίλησε ο Σπ. Θεοδωρόπουλος, τονίζοντάς τους και τούτα τα λόγια του Γάλλου Βαβιανί:

«Παν ό,τι δίδεται εις τον εργάτην δεν είναι παροχή, είναι επιστροφή. Είναι μερική καταβολή απέναντι ολικού χρέους οφειλομένου εις αυτόν. Ο,τι και αν του κάμουν του εργάτη ουδέποτε θα μπορέσουν να τον εξοφλήσουν, έως ότου οργανωμένος και δυνατός θα πάρη πίσω το όλον που του ανήκει»4.

Λίγες μέρες πιο ύστερα, στις 10 του Μάη (1910), ξεσπάει στον Πειραιά άλλη μεγάλη απεργία, των τσιγαράδων. Η απεργία αυτή έγινε απ’ αφορμή που ο Βάρκας κατάργησε τα χειροποίητα τσιγάρα, με τις σιγαροποιητικές μηχανές που έφερε, κι έτσι μείνανε αρκετοί εργάτες στο δρόμο και με τον καιρό θα μένανε κι άλλοι, γιατί όλοι οι καπνοβιομήχανοι σκέφτονταν να φέρουν μηχανές. Στις 17 του Μάη, μια που ο Βάρκας δεν έπαιρνε από λόγια, οι απεργοί τσιγαράδες του Πειραιά κάνανε έφοδο και σπάσανε τις μηχανές του εργοστασίου.

Η Αστυνομία και η κυβέρνηση τα χρειάστηκαν και για δυο τρεις μέρες ο Πειραιάς κι η Αθήνα στρατοκρατήθηκαν από φόβο μην τυχόν οι απεργοί κάνουν κι άλλες ζημιές και ταραχές. Οπως σε παρόμοιες περιστάσεις αλλού, έτσι και σε μας οι τσιγαράδες τα βάλανε με τις μηχανές, θαρρώντας πως σπάζοντας τα μηχανήματα θα μπορούσανε να ξαναφέρουν το παλιό καθεστώς δουλειάς. Ακολουθώντας τη διδασκαλία του Γκραβ κι άλλων αναρχικών, πιστεύανε πως ο εχθρός τους δεν είναι η καπιταλιστική τάξη μα τα άψυχα μηχανήματα. Γι’ αυτό τα «απονενοημένα» κινήματά τους είχαν καθαρά αναρχική έμπνευση. Μα, οι τέτοιες αντιλήψεις ήταν καταδικασμένες να μη φέρουν κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο εργάτης ποτές δεν πρέπει να βλέπει τον εχθρό του ψωμιού του στη βιομηχανική τεχνική εξέλιξη. Εχθρός του είναι ο εκμεταλλευτής εργοδότης του, κι εχθρός της τάξης του ο καπιταλισμός.

Την ίδια χρονιά (Οχτώβρης 1910), απεργήσανε και οι σιδηροδρομικοί του ΣΑΠ, καθώς κι οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου, που δείξανε άλλη μια φορά τη μαζική τους δύναμη.

Στις αρχές του 1911, Γενάρη μήνα, απεργούν οι τραμβαγέρηδες της Αθήνας. Η απεργία αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και γι’ αυτό θα κάνουμε ξεχωριστό λόγο για δαύτη και θα διηγηθούμε το ιστορικό της κάπως πιο πλατιά.

Αρχίζουμε από τις αιτίες που ανάγκασαν τους τραμβαγέρηδες ν’ απεργήσουν.

Η Ηλεκτρική Εταιρεία είχε πάρει την απόφαση να διαλύσει το σωματείο τους. Εβλεπε πως οι εργάτες της όλο και σήκωναν κεφάλι και γι’ αυτό θέλησε να τους κάνει έναν αιφνιδιασμό και να τους χτυπήσει εκεί που χρειαζόταν. Ετσι, η Εταιρεία έριξε το σύνθημα: Να διαλυθεί ο σύνδεσμος των τροχιοδρομικών5.

Οι τραμβαγέρηδες απάντησαν με απεργία, που δείχνει ολοφάνερα πως οι εργάτες – αν και την εποχή εκείνη ο θεοδωροπουλικός ρεφορμισμός ήταν στις δόξες του – με το ταξικό τους ένστιχτο, γράφουν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος.

Η απεργία κηρύχτηκε στις 21 του Γενάρη. Η κίνηση αμέσως σταμάτησε ολότελα. Οι απεργοσπάστες είναι πολύ λίγοι. Οι δύο πρώτες μέρες πέρασαν ήσυχα. Την τρίτη όμως μέρα η Εταιρεία γυρεύει να βάλει σε κίνηση μερικά τραμ, χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες. Αυτό το είχαν αποβραδίς μάθει οι απεργοί και πρωί πρωί μπλοκάρουν το αμαξοστάσιο, φέρνουν μάλιστα μαζί τους και τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ετσι η απεργία παίρνει επαναστατικό χαραχτήρα. Το θέαμα της απεργιακής αυτής εξέγερσης δεν το ξανάδε η Αθήνα. Οι τραμβαγέρηδες, με την αποφασιστική τους στάση και τον ηρωισμό τους, δείξανε πως και στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα έχει ζωντάνια. Η κυβέρνηση στέλνει στρατό και η συνοικία της Αγίας Τριάδας στρατοκρατείται. Η μάντρα της Λαχαναγοράς θαρρείς πως είναι στρατώνας. Οι απεργοί όμως δεν τρομοκρατούνται.

Είναι πρωί ακόμα (24 του Γενάρη) κι ακούονται φωνές και τραγούδια. Ερχεται μια ομάδα από τσιγαράδες κι αρβυλοεργάτες του Εργατικού Κέντρου. Μπροστά ανεμίζει το κόκκινο λάβαρο του Σοσιαλιστικού Ομίλου των τσιγαράδων, ενώ οι εργάτες σιγοτραγουδούν κάποιο σοσιαλιστικό μαρς.

Οι απεργοί βάζουν αφτί ν’ ακούσουν το τραγούδι. Μερικοί, είναι αλήθεια, στραβομουτσουνιάζουν.

Ουφ! κι αυτοί οι σοσιαλιστάδες. Τι τα θέλουμ’ εμείς αυτά…

Οι πιο πολλοί, όμως, ενθουσιάζονται. Ο ερχομός των τσιγαράδων και των αρβυλοεργατών τούς δίνει κουράγιο. Είναι, μπορούμε να πούμε, ο αρραβώνας της εργατικής, της ταξικής αλληλεγγύης.

Οι ώρες περνούν με συζητήσεις, φωνές, γέλια και λογής λογής σχόλια γύρω από την απεργία.

Πλησιάζει δέκα και μισή, όταν φτάνουν ο εισαγγελέας Σπηλιάδης, ο ανακριτής Φωκάς, ο διευθυντής της Αστυνομίας κι ο νομάρχης Παπαμιχαλόπουλος.

Τα πνεύματα ήταν ερεθισμένα. Η κυβέρνηση φαινόταν σαστισμένη. Η Εστία απειλούσε. Πρέπει να πάρει τέλος, έγραφε, αυτή η απεργία. Ο ένας ύστερα από τον άλλο οι πλουτοκράτες Στρατούλης, Νεγρεπόντης, Οικονομίδης, Μπενάκης πηγαίνουν στον Βενιζέλο και διαμαρτύρονται: Ακούς εκεί απεργίες; Πρέπει να τσακιστούν όσο είναι καιρός. Καλομάθανε. Μα, δεν υποφέρονται!.. Ο ιδιοκτήτης της Πατρίδος Σίμος, σαν τη λυσσασμένη μαϊμού, βγάζει σάλιατα και φοβερίζει το Βενιζέλο «διά την χλιαράν στάσιν του απέναντι της απεργίας».

Να μην τα πολυλογάμε, το σύνθημα της κεφαλαιοκρατίας ήταν: Βαράτε!

Ο Βενιζέλος, όμως, πιο πονηρός και πιο έμπειρος, τους καθησυχάζει. Δε βιάζεται. Στέλνει τον Θεοδωρόπουλο να δώσει στους απεργούς υποσχέσεις για να λύσουν την απεργία.

Η βενιζελική ταχτική πέτυχε. Οι απεργοί παρασύρθηκαν κι αναθέσανε στον Θεοδωρόπουλο να πάει στον Βενιζέλο να του ζητήσει να μεσολαβήσει η κυβέρνηση για να δεχτεί η Εταιρεία τα περισσότερα αιτήματά τους.

Ο Βενιζέλος αρχίζει να τρίβει τα χέρια από τη χαρά του.

Ετυχε να βρεθεί τότε στο υπουργείο των Εσωτερικών, μαζί με τον Ρέπουλη, και γυρίζοντας του λέει: «Τα βλέπεις; Η ταχτική μου έφερε αμέσως το αποτέλεσμα που περίμενα».

Και χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ύφος θυμωμένου και λέει στον Θεοδωρόπουλο να πει στην επιτροπή των απεργών πως η κυβέρνηση «θ’ αναλάβη να υποστηρίξη όλα τα αιτήματα των απεργών και θ’ ασκήση όλην την προς τούτο επιρροήν της διά να γίνουν δεκτά παρά της Εταιρείας, υπό έναν και απαράβατον όρον, να αναλάβουν πρώτον οι απεργοί εργασίαν».

Ο Θεοδωρόπουλος κατέβηκε ν’ ανακοινώσει στους απεργούς τις κυβερνητικές υποσχέσεις και με τρόπο άρχισε να κάνει προπαγάνδα για τη διάσπαση της απεργίας. Βρήκε όμως τους απεργούς ενωμένους6.

Σε λίγο ο ίδιος, μαζί με κοινωνιολόγους βουλευτές, πήγε να βρει τον Ρέπουλη για να σκεφτούν για νέα λύση, μια που οι απεργοί ήταν ερεθισμένοι.

Πριν ακόμα πάει η παραπάνω επιτροπή από τον Θεοδωρόπουλο και τους κοινωνιολόγους βουλευτές στο Βενιζέλο για να του ανακοινώσει πως αποφασίστηκε από δαύτους – όχι όμως κι από τη μάζα – να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση για το σταμάτημα της απεργίας, η Αστυνομία και η Εισαγγελία βγάλανε πολλά εντάλματα για συλλήψεις.

Είχε πια νυχτώσει και οι ώρες περνούσαν. Κοντεύανε μεσάνυχτα. Εξω χιόνιζε. Μα οι απεργοί ήταν στις θέσεις τους. Ο αστυνόμος Μαρούδας με μια κουστωδία από χωροφύλακες πάει να πιάσει την απεργιακή επιτροπή, μα τα βρίσκει σκούρα. Οι απεργοί αντιστέκονται. Πέφτουν πυροβολισμοί. Ενας από τους απεργούς φρουρούς, ο Σκούτελας, κρατάει καλά τη θέση του. Οι δυο άλλοι, ο Αναστασίου και ο Γεωργίου, ξεφεύγουν με τρόπο και πάνε και χτυπάνε την καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Η οδός Πειραιώς γεμίζει από κόσμο, φωνές, ποδοβολητά αλόγων, βρισιές, κακό μεγάλο. Η μάχη αρχίζει.

Ζήτω η απεργία, ακούεται μια φωνή, και μεμιάς χίλια στόματα φωνάζουν: Ζήτω η απεργία! Την απάντηση στη ζητωκραυγή αυτή τη δίνει ένας αξιωματικός με τη διαταγή:

Πυρ!

Το Πεζικό αρχίζει τις τουφεκιές και το Ιππικό κάνει επέλαση. Μάχη σωστή. Στήνονται οδοφράγματα. Οι απεργοί, καταμεσής του δρόμου, ταμπουρώνονται με ό,τι βρούνε μπροστά τους. Στο αναμεταξύ έρχεται κι άλλος στρατός. Οι απεργοί είναι περικυκλωμένοι από παντού. Αν και τα χέρια τους είναι ξυλιασμένα από την παγωνιά της νύχτας, ωστόσο κρατούν καλά τα πιστόλια τους. Σημαδεύουν και ρίχνουν.

Δε δειλιάζουν. Σπάζουν κιόλας τη στρατιωτική ζώνη και τραβούν για τα γραφεία του σωματείου τους. Το Ιππικό κάνει νέα επέλαση. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Φτάνουν, τέλος, μπροστά στα γραφεία κι αντιστέκονται όσο μπορούν στην επίθεση της κρατικής βίας. Οι πόρτες του γραφείου του σωματείου τους σπάζουν. Ο στρατός είναι πολύς κι έχει πιάσει όλα τα πόστα. Δε λιγοψυχούν, μα και δε βαστούν άλλο. Η αντίστασή τους κλονίζεται. Ομως, δε χάνουν το ηθικό τους. Υποχωρούν, μα δεν παραδίνονται. Αρχίζει τότες το κυνηγητό και οι συλλήψεις7.

Ετσι η απεργία λύθηκε την άλλη μέρα, στις 26 του Γενάρη, και η Εταιρεία αναγκάστηκε να ξαναπάρει όλους τους απεργούς.

Ποιος νίκησε; Κανένας. Ούτε οι απεργοί, ούτε η Εταιρεία.

Ωστόσο, κάποιο μεγάλο δίδαγμα για τους εργάτες βγήκε από την απεργία αυτή. Ηταν το βάφτισμά τους στους ταξικούς αγώνες.

Τον Αύγουστο του 1911 οι τραμβαγέρηδες άρχισαν να ετοιμάζονται για νέα απεργία, για να εξαναγκάσουν την Εταιρεία να πάψει τον αντεργάτη διευθυντή Μάτσα. Το ΣΚΑ, όμως, αντιτάχτηκε στην αντίληψη αυτή και τη χαρακτήρισε αντισοσιαλιστική!

Η Εταιρεία, όμως, αποθρασύνεται κι απαγορεύει τη λειτουργία του συνδέσμου των τραμβαγέρηδων. Ο σύνδεσμος φαινομενικά διαλύθηκε, μα μυστικά ξανασυστήθηκε. Η Εταιρεία σώνει και καλά δεν εννοεί να παραδεχτεί πως οι υπάλληλοί της είναι άνθρωποι, τους παίρνει για δούλους και σαν τέτοιους τους μεταχειρίζεται. Η υπομονή είχε πια ξεχειλίσει. Οι τραμβαγέρηδες δε βαστούσαν άλλο και στα 1913 ξεσπάει νέα απεργία. Μα, τη φορά αυτή, η Εταιρεία χρησιμοποιεί την προδοσία για να σπάσει την απεργία. Και τα καταφέρνει. Βρήκε κάμποσους εργάτες πρόθυμους να γίνουν όργανά της και προδότες για να πάρουν γαλόνια.

Στη σειρά των απεργιών αυτών8πρέπει ν’ αναφέρω και τη μεγάλη απεργία των εργατών φωταερίου στην Κέρκυρα (αρχές Ιούλη 1912). Η απεργία αυτή μισοπήρε επαναστατικό χαραχτήρα και γι’ αυτό άρχισαν και εκεί τις καταδιώξεις. Από την εφημερίδα Σοσιαλιστική Δημοκρατία (9 του Σεπτέμβρη 1912) μαθαίνουμε πως τον Τίτο Ρέγγη, υπεύθυνο συντάχτη της, τον κάλεσαν στην ανάκριση και του απαγγείλανε κατηγορία (παράβαση του άρθρου 204 του Κ.Π.Ν). Από ένα χρονογράφημά του στην ίδια εφημερίδα μεταφέρω τα παρακάτω, γιατί ‘ναι χαρακτηριστικά και διαφωτιστικά:

«Δεν ήξερα πως υπάρχει άρθρο στον Π.Ν. (το 204) που τιμωρεί εκείνον που με γραψίματά του κινεί το μίσος των πολιτών μεταξύ τους και ούτε πως υπάρχει το άρθρο 167 του Π.Ν. που τιμωρεί την απεργία. Εμείς οι εργάτες, βλέπετε, έχουν απέραντες νομικές γνώσες! Ενόμιζα σαν κουτός εργάτης (!) πως όπως ο πλουτοκράτης έχει δικαίωμα να κλείση το εργοστάσιό του όποτε του καπνίση και να στέλνη τους εργάτες του να φάνε αέρα, έτσι και ο εργάτης, έλεγα, πως μπορεί, όταν θέλη, να πη δε δουλεύω. Κι έλεγα πως όπως όλη μέρα οι πλουτοκράτες μας πολεμάνε και συνεννοούνται μεταξύ τους για να μας εξολοθρεύσουν, έτσι και οι εργάτες μπορούν να ενώνονται και να εκφράζουν λόγια που κινούν το μίσος των συναδέλφων τους εργατών προς το πλουτοκρατικό καθεστώς.

Αυτά ενόμιζα, όταν προχτές που εκράχτηκα στην ανάκριση (σ’ άλλη μεριά της εφημερίδας γράφω) έμαθα πως αυτή η ισότης που εγώ ενόμιζα πως υπάρχει μεταξύ των Ρωμιών είναι φανταστική και πως η ισότης είναι ένα πράγμα πολύ ελαστικό, που γίνεται όπως θέλουν οι πλουτοκράτες που διοικούν».

Παρακάτω ο Ρέγγης μας δίνει πληροφορίες σχετικές με την κατηγορία που διατυπώθηκε σε βάρος του και δημοσιεύει την αντρίκια απάντηση που έδωκε στον ανακριτή.

Το Μάρτη του 1914 ξεσπάει μια μεγάλη καπνεργατική απεργία στην Καβάλα. Τη διευθύνει ο πρόεδρος του καπνεργατικού σωματείου Γιονάς. Σε λίγο ξαπλώνεται και στη Θεσσαλονίκη και στην υπόλοιπη Μακεδονία. Ετσι η απεργία αυτή γίνεται παγκαπνεργατική. Βαστάει οχτώ μέρες. Οι απεργοί χτυπιούνται με τους έφιππους χωροφύλακες μέσα στους δρόμους κι απέξω από τις καπναποθήκες. Τα όργανα της εξουσίας τρίβουν τα μάτια τους από τη συνοχή και τη μαχητικότητα των απεργών. Και οι καπνέμποροι, θέλοντας και μη, υποχωρούν και δέχονται όλα τα αιτήματα των καπνεργατών. Η καπνεργατική μάζα γράφει ηρωικές σελίδες στην ιστορία του εργατικού μας κινήματος. Η επιτυχία της παραπάνω απεργίας είχε σαν αποτέλεσμα να ενωθούν τα δυο καπνεργατικά σωματεία που υπήρχαν τότε στη Θεσσαλονίκη και να δημιουργήσει στέρεους δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στους καπνεργάτες9.

Τα Σοσιαλιστικά Κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά διαμαρτυρήθηκαν για τα τρομοκρατικά μέτρα που εφαρμόστηκαν ενάντια στους απεργούς καπνεργάτες. Στις εφημερίδες «Νέα Ελλάς» και «Πατρίς» (31 του Μάρτη 1914) διαβάζουμε:

«Κατόπιν των χθεσινών αγριοτήτων της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης εναντίον των απεργών καπνεργατών, τα Σοσιαλιστικά Κέντρα Αθηνών – Πειραιώς, συνελθόντα, έλαβον τας εξής αποφάσεις: 1) Αποδοκιμάζουν την συκοφαντίαν, ότι οι απεργήσαντες υποκινούνται από πολιτικούς πράκτορας της Βουλγαρίας. 2) Εφιστούν την προσοχήν της Κυβερνήσεως εις το ότι οι εργοδόται και οι αστυνόμοι συκοφαντούν από σκοπού για να κτυπήσουν τον αγώνα της εργατικής τάξεως Θεσσαλονίκης, η οποία κατά το πλείστον είναι ισραηλιτική. 3) Δηλούν ότι οι απεργήσαντες ανήκουν εις τον «Σοσιαλιστικόν Σύλλογον», ο οποίος εργάζεται επί των ιδίων καθαρών σοσιαλιστικών βάσεων, καθώς και τα Σοσιαλιστικά Κέντρα Αθηνών – Πειραιώς. 4) Ψηφίζουν χρηματικά βοηθήματα διά τους απεργούς και αποστολήν 200 βιβλίων – μανιφέστων Μαρξ και Εγκελς. 5) Στέλνουν ψήφισμα διαμαρτυρίας στο Διεθνές Σοσιαλιστικόν Γραφείον και τας σοσιαλιστικάς εφημερίδας της Ευρώπης διά την αντεργατικήν διαγωγήν των Ελλήνων αστυνόμων. Αι Διοικητικαί Επιτροπαί».

Τον Ιούνη της ίδιας χρονιάς (1914) απεργούν οι σιδηροδρομικοί. Αιτία της απεργίας είναι η άρνηση των εταιρειών να εφαρμόσουν το νόμο 4028 «περί κανονισμού της υπηρεσίας των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών υπαλλήλων». Η απεργία αυτή ανάγκασε την κυβέρνηση Βενιζέλου να δώσει καινούριες υποσχέσεις για το «φιλεργατισμό» της. Υστερα όμως από λίγους μήνες, στο τέλος του Σεπτέμβρη, πέρασε από τη Βουλή ένα νόμο, που έδινε το δικαίωμα στην κυβέρνηση να επιστρατεύει τους σιδηροδρομικούς όταν απεργούν. Τέτοιου είδους «φιλεργατισμό» άρχισε να εφαρμόζει ο Βενιζέλος όταν είδε πως οι εργάτες αποχτούσαν ολοένα και περισσότερο ταξική συνείδηση…

Αλλες μεγάλες απεργίες που να ‘χουν σημασία είναι εκείνη των γαιανθρακεργατών του Πειραιά (1913), η γενική απεργία των τυπογράφων (20 του Γενάρη 1914), που προκάλεσε τόσο θόρυβο, η απεργία των εργατών φωταερίου (10 του Απρίλη 1914), η μεγάλη απεργία των ηλεκτροτεχνιτών10 (13-14 του Μάρτη 1917), η απεργία των σιδηροδρομικών Λαρισαϊκού (14 του Οχτώβρη 1916), των ναυτεργατών (20 του Οχτώβρη 1916), η απεργία των τσιγαράδων της Θεσσαλονίκης (1916), η απεργία των ραφτεργατών της Αθήνας (1 του Νοέμβρη 1916) και άλλες που γίνανε στο Βόλο, στη Σύρα, στην Πάτρα κ.α.

Την απεργία των τυπογράφων (1914), που αναφέραμε παραπάνω, το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας (ΣΚΑ) προσπάθησε να την ποδηγετήσει με την παρακάτω προκήρυξη και μ’ άλλες του ενέργειες. Δεν τα κατάφερε όμως. Εξάλλου η προκήρυξη που έβγαλε, σ’ ένα-δυο σημεία της, αντίς να προπαγανδίζει τον ενθουσιασμό και τη βεβαιότητα στη νίκη, προεξοφλούσε την αποτυχία. Επειτα, καλούσε τους απεργούς να πάνε στα γραφεία του Κέντρου …για να διαβάσουν βιβλία και να μάθουν πώς γίνονται και πώς οργανώνονται οι απεργίες! Δηλαδή το ΣΚΑ δεν έκανε καμιά πραχτική δράση ανάμεσα στους απεργούς για την επιτυχία της απεργίας, αλλά περιοριζόταν σε συμβουλές. Αντίς να προσκαλεί και να περιμένει να πάνε οι εργάτες στα γραφεία του, έπρεπε τα σοσιαλιστικά του στελέχη να πάνε αυτά στους απεργούς για να τους καθοδηγήσουν.

Δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρη την προκήρυξη του ΣΚΑ προς τους απεργούς, γιατί ‘ναι χαραχτηριστική της νοοτροπίας των σοσιαλιστών του Κέντρου:

«Συνάδελφοι Τυπογράφοι! Είσθε οι ήρωες μεταξύ των εργατών της Ελλάδος. Το ξαφνικόν κίνημά σας, η γενική απεργία σας είναι μέγα κατόρθωμα συνασπισμού και θελήσεως. Με το κίνημά σας γίνεσθε από σήμερα για μας όλους τους Ελληνας εργάτες οδηγοί και παράδειγμα. Ο νους μας, η ψυχή μας είναι στην απεργία σας, σε κάθε δύσκολη στιγμή της θα ευρεθώμεν αυθόρμητα στο πλευρό σας.

Επιμείνατε στα αιτήματά σας ως το τέλος. Εσείς που αισθανθήκατε ότι μόνον διά του εξαναγκασμού, μόνον διά της βίας γίνεται ο εργάτης σεβαστός από τον εργοδότη. Εσείς που εννοήσατε πως αι «κοινωνικαί πρόνοιαι», αι «εργατικαί νομοθεσίαι» και φιλανθρωπίαι δεν είναι παρά τεχνάσματα εναντίον μας των εχθρών μας και των κυβερνητικών οργάνων των.

Εσείς που βλέπετε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξη αρμονία μεταξύ κεφαλαιούχων και εργατών, αφού τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Εσείς λοιπόν που δεν πρέπει να υποχωρήσετε εις τους μεσίτας των συμβιβασμών, τους απεσταλμένους των εκμεταλλευτών μας, είτε υπουργοί είναι, είτε δικηγορίσκοι δημοκόποι. Θυσίαι θα χρειασθούν και εδώ, όπως χρειάζονται για κάθε απεργία. Επιμείνατε και θα νικήσετε. Κι αν ακόμη η απεργία σας ναυαγήση, επειδή της λείπει ίσως η προετοιμασία, που προέρχεται από την μόρφωσιν, δεν πρέπει να απελπισθήτε, αλλά να καταλάβετε πως επιτυχαίνουν μόνον απεργίες καμωμένες από εργάτας σοσιαλιστάς.

Μη νομίσετε πως δεν πρέπει να σχετισθή ο σοσιαλισμός με την απεργία σας. Κάθε εργάτης απεργός κατ’ ανάγκην είναι και σοσιαλιστής. Γι’ αυτό τις μέρες της απεργίας σας μην τις περάσετε στο καφενείον, αφιερώσατέ τας στην μόρφωσίν σας. Ιδού. Τα γραφεία του Σοσιαλιστικού Κέντρου είναι ορθάνοιχτα για όλους τους απεργούς. Ελάτε εκεί να διαβάσουμε τα βιβλία, που υπερασπίζουν τα συμφέροντά μας, ελάτε να συζητήσουμε τους τρόπους, με τους οποίους οργανώνονται και δρουν επιτυχώς οι συνάδελφοί μας της Ευρώπης. Το εργατικό μας κίνημα είναι ένα σ’ όλον τον κόσμο.

Οι εργάται όλης της γης έχουν συμφέρον να ενώνωνται εναντίον των εκμεταλλευτών τους.

Ζήτω η ένωσις των εργατών. Ζήτω η απεργία».

Μια άλλη απεργία, για την οποία αξίζει να κάνουμε λόγο – αν και ανήκει στη σειρά εκείνων που τις χαραχτηρίζει ολότελα το αυθόρμητο ξέσπασμα και όχι η συνειδητή ταξική αντίληψη – είναι η απεργία των μεταλλωρύχων στη Σέριφο, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1916 και που μοιάζει με τις απεργίες του Λαυρίου την περίοδο 1885-1906.

Το ιστορικό της απεργίας αυτής είναι τούτο:

Οι εργάτες των μεταλλείων Μεγάλου Λιβαδιού στη Σέριφο11 ίσαμε τα 1916 ήταν ολότελα ανοργάνωτοι. Κατά τα μέσα του Ιούνη της ίδιας χρονιάς οι ίδιοι εργάτες σκέφτηκαν πως έπρεπε να οργανωθούν και να ιδρύσουν επαγγελματικό σωματείο. Κάλεσαν λοιπόν από την Αθήνα τον εργάτη Κ. Σπέρα και του ανάθεσαν να τους βοηθήσει, για να φκιάσουν το σωματείο τους. Αμα γίνανε τα προκαταρχτικά, η οργανωτική επιτροπή κάλεσε τους εργάτες σε γενική συνέλευση στην αίθουσα του Δημαρχείου για να εγκρίνει το καταστατικό που είχε συντάξει.

Η ίδια γενική συνέλευση ανάθεσε στην προσωρινή επιτροπή να ζητήσει από την Εταιρεία να δεχτεί ορισμένα αιτήματα.

Η Εταιρεία όμως, αντίς ν’ απαντήσει στο έγγραφο υπόμνημα, σταμάτησε τις δουλειές, με σκοπό να εξαναγκάσει τους εργάτες να υποκύψουν μπροστά στο φάσμα της πείνας.

Στο αναμεταξύ οι εργάτες βγάλανε μια επιτροπή από τρία μέλη και της δώσανε εντολή να πάει στην Αθήνα και να καταγγείλει στην κυβέρνηση πως η Εταιρεία δεν εφαρμόζει τους εργατικούς νόμους (μέσα του Αυγούστου 1916).

Υστερα από λίγες μέρες, στις 21 του μηνός, στάλθηκε στρατός στη Σέριφο «προς τήρησιν της τάξεως».

Την άλλη μέρα έφτασε στη Σέριφο κι ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου με τριάντα άντρες.

Ο Χρυσάνθου κάλεσε την επιτροπή των απεργών στην αστυνομία κι άρχισε τις βρισιές και τις απειλές. Αφού τους έψαλε τον αναβαλλόμενο, σκέφτηκε να κλείσει την επιτροπή στο μπουντρούμι και να πάει ο ίδιος στους απεργούς για να τους τρομοκρατήσει.

Οι απεργοί όμως του δείξανε πως δε φοβούνται. Αν και δεν είχαν ηγεσία, αν και δεν ξέρανε από αγώνες, διαμαρτυρήθηκαν αντρίκια στα «μέτρα» που άρχισε να εφαρμόζει ο Χρυσάνθου.

Η προκλητική στάση του υπομοίραρχου αγρίεψε τους απεργούς. Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Από λόγο σε λόγο άρχισε σωστή μάχη ανάμεσα στους απεργούς και στους χωροφύλακες, μάχη φονική. Τριάντα τέσσερες απεργοί πληγώθηκαν και τέσσερες μείνανε στον τόπο. Από τους αστυνομικούς σκοτώθηκαν τρεις κι απ’ αυτούς οι δυο ήταν βαθμοφόροι. Λαβώθηκαν όμως καμιά εικοσαριά12.

Εδώ κλείνουμε το κεφάλαιο των απεργιών στα χρόνια 1908-1918.

Φυσικά γίνανε κι άλλες απεργίες, μα γράψαμε για κείνες μονάχα που έχουν ένα ιστορικό και διδαχτικό ενδιαφέρον.

*Από το έργο του Γιάννη Κορδάτου «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ», Β’ έκδοση, εκδόσεις «Πέτρος Δ. Καραβάκος», Αθήνα 1956, σελ. 184-205.

1. Τα μεροκάματα των καπνεργατών στην περίοδο 1908-1909 ήταν τιποτένια: Οι επιστάτες παίρνανε 6 δραχμές. Οι δέτες 3,50-4 δρχ. Οι καθαριστές 2-3,50 δρχ., ανάλογα με την ικανότητά τους. Οι μπασκετζήδες 0,80-1,50 δρχ. Και δούλεβαν παραπάνω από 12 ώρες την ημέρα. Το ΕΚΒ στις αρχές του Φλεβάρη 1909 ζήτησε οι ώρες της δουλειάς να λιγοστέψουν. Η δουλειά ν’ αρχίζει από την ανατολή του ήλιου και να τελειώνει με τη δύση, με διάλειμμα το μεσημέρι κανονικό, δηλαδή από 15 Αυγούστου μέχρι 23 Απρίλη μιας ώρας και τους άλλους μήνες δυο ώρες. Ζήτησε ακόμα ανέβασμα των μεροκάματων. Για τους επιστάτες 6-7 δρχ. Για τους δέτες και καταχτές 5-5,50 δρχ. Για τους καθαριστές 3-4 δρχ. και για τους μπασκετζήδες 2-2,50 δρχ. Διπλάσια μεροκάματα όμως για τα εργοστάσια Χαμσαραχή, Μουτουσιάν και Λιβανού. Οι καπνέμποροι με κανέναν τρόπο δε δέχτηκαν τα παραπάνω αιτήματα των καπνεργατών. Προθυμοποιήθηκαν μόνο να τους πετάξουν κανένα κόκαλο.

2. Κοίτα περιοδ. «Κοινωνισμός» (τευχ. 2 Απρίλη 1910).

3. Κοίτα ολόκληρο το λόγο του Αραβαντινού στο περιοδικό «Κοινωνισμός» αριθ. 5, χρ. Α΄(1910).

4. Η εφ. «Πατρίς» του Σίμου την άλλη μέρα του εργατικού συλλαλητηρίου σε κύριο άρθρο στιγμάτιζε «την νέαν τροπήν που έπαιρνε το εργατικόν κίνημα» και κατηγορούσε τους ηγέτες του πως είναι «νέοι με νοσηράς φαντασίας και σκέψεις απαισιοδόξους». Ακόμα έγραφε πως πρέπει να γίνει «μια εργασία εθνική κατά πάσης προπαγάνδας, εχούσης ως σκοπόν την εισαγωγήν καινών δαιμονίων, τα οποία προώρισται να καταστρέψουν τους ιστούς του ελληνικού σώματος».

5. Το σωματείο των τραμβαγέρηδων (τροχιοδρομικών) ιδρύθηκε στα 1909. Στην αρχή μέλη του ήταν μονάχα οι εισπράχτορες, οι οδηγοί και οι επιθεωρητές, δηλαδή οι υπάλληλοι που είχαν ορισμένο μισθό το μήνα. Η πρώτη απεργία των τραμβαγέρηδων έγινε στις 6 του Ιούνη και η δεύτερη στις 10 του Σεπτέμβρη του 1909. Η πρώτη τους απεργία έγινε, γιατί: α) Η Eταιρεία έκανε ένα σωρό αυθαιρεσίες, έπαυε, διόριζε, έδιωχνε, έκανε ό,τι ήθελε. β) Τα μεροκάματα ήταν ξεπεσμένα και οι ώρες δουλειάς πολλές (πριν μάλιστα να φκιάσουν το σωματείο δούλευαν δεκαπέντε ώρες το μερόνυχτο και παραπάνω). γ) Οι υπάλληλοι θεωρούντανε δούλοι. Μάλιστα φτάνανε στο σημείο μερικοί μεγάλοι της Εταιρείας να παίρνουν τους υπαλλήλους στο σπίτι τους και να τους βάζουνε σε διάφορες αγγαρείες (να κουβαλάνε νερό, πέτρες, τούβλα κλπ.). Με την απεργία αυτή ζητούσανε 10ωρο και κανονισμό του μισθολογίου: 95 δραχ. για τους αρχάριους και 105 ύστερα από εξάμηνο. Την απεργία αυτή την κέρδισαν και γλυκάθηκαν. Είδαν ή μάλλον άρχισαν να καταλαβαίνουν – αν και οι περισσότεροι υπάλληλοι ήταν μωραΐτες και με παραδόσεις και προλήψεις αντιδραστικές και οπισθοδρομικές – τι σημασία έχει η οργάνωση. Υστερα από τρεις μήνες (στις 10 του Σεπτέμβρη 1909), επειδή η Εταιρεία θέλησε ν’ αχρηστέψει τη συμφωνία που έγινε ύστερα από την πρώτη απεργία, ξέσπασε νέα απεργία. Η κυριότερη επιδίωξη στην απεργία αυτή ήταν να υποχρεωθεί η Εταιρεία να συστήσει ένα πειθαρχικό συμβούλιο, που να το απαρτίζουν εργάτες, κι αυτό ν’ αποφασίζει για τις τιμωρίες κλπ. του προσωπικού. Με την απεργία πέτυχαν όλα τα αιτήματά τους και μόνο το παραπάνω αίτημα δεν έγινε δεχτό. Για την πρώτη απεργία των τραμβαγέρηδων η σοσιαλιστική εφημερίδα «Μέλλον» (7 Ιούνη 1909) γράφει σε κύριο άρθρο: «Επρεπε να χυθεί το αίμα του ατυχούς Σοφιάνογλου, για να καταδειχθεί σ’ όλη την απαισιότητά της η μαύρη ψυχή της Εταιρείας των Τροχιοδρόμων… ελευθέρωσε από την δουλεία τα άλογα, δεν ήτο δυνατό να ελευθερώσει και τους ανθρώπους; Ο,τι της έλειπε εις κεφάλαιον έπρεπε να εξευρεθεί. Επρεπε το αίμα, τα νεύρα, η ψυχή των δυστυχισμένων υπαλλήλων να μεταβληθούν εις δύναμιν, να ρευστοποιηθούν εις χρήμα για να πάρουν το υψηλό τους μέρισμα οι μέτοχοι. Οι ώρες της εργασίας ανέβηκαν σε 16… εις τα δίκαια παράπονα των τραμβαγέρηδων η Εταιρεία απήντησε με ειρωνεία…».

6. Να πώς τα λέει σύντομα η εφ. «Ακρόπολις» (25 Γεν. 1911): «Ακολούθως ωμίλησαν οι βουλευταί κ.κ. Θεοδωρόπουλος, όστις είναι και νομικός σύμβουλος του Εργατικού Κέντρου, Α. Παπαναστασίου, Ηλιόπουλος, Πετιμεζάς, Αραβαντινός, οίτινες συνέστησαν, όπως διά την επίλυσιν της απεργίας εξευρεθή μία ειρηνική λύσις και μη δοθή εις τα πράγματα ωθήσις τοιαύτη, δυναμένη να έχη σοβαρά αποτελέσματα. Με την γνώμην των κ.κ. βουλευτών ετάχθησαν και οι περισσότεροι των Προέδρων των Σωματείων. Αλλ’ οι ρήτορες εργάται, οι οποίοι έλαβον τον λόγον κατόπιν, υπεστήριξαν ότι πρέπει να επιζητηθή η υποχώρησις της Εταιρείας, εις τα δίκαια αιτήματα των απεργών και μη δεχθούν οι τελευταίοι να αναλάβουν εργασίαν προτού ικανοποιηθούν τελείως».

7. Πιάστηκαν ίσαμε 250. Τους δένανε δυο δυο και τους ρίχνανε στα μπουντρούμια. Τους πιο πολλούς τους απολύσανε, αφού τους κρατήσανε δυο μέρες. Προφυλακίστηκαν μόνο έντεκα, σαν πρωταίτιοι, που μείνανε στη φυλακή κοντά ένα χρόνο.

8. Στην Αθήνα και στον Πειραιά, στο τέλος του Νοέμβρη κι αρχές του Δεκέμβρη του 1911, απεργήσανε και οι γυαλάδες.

9. Ο Μπεναρόγιας γράφει για την απεργία αυτή τα εξής: «Εις Καβάλαν αποφασίζεται διά τας αρχάς Μαρτίου του 1914 κοινός παγκαπνεργατικός αγών διά την βελτίωσιν και εξίσωσιν των συνθηκών εργασίας εις όλην την Μακεδονίαν. Η γενική απεργία κηρύσσεται εις Καβάλαν, Δράμαν και τέλος εις Θεσσαλονίκην. Οι καπνεργάται Θεσ/νίκης, όλοι, εμπνευσμένοι και ποτισμένοι από σοσιαλιστικάς αρχάς, αγωνίζονται με θαυμαστήν αντοχήν και συνοχήν. Οι καπνέμποροι επιστρατεύουν κιτρίνους. (Σ.Σ. Κίτρινοι λέγονταν τότες οι εργάτες που δεν είχαν ταξική συνείδηση και παίρνανε εχθρική στάση στους εργατικούς αγώνες), ιδίως Τουρκάλες και Ατσιγγάνους, περαστικούς μετανάστας, υπό την προστασίαν της Χωροφυλακής. Οι απεργοί κάμνουν επανειλημμένας επιθέσεις κατά των καπναποθηκών προς παρεμπόδισιν της εργασίας και κατά των υπό συνοδείαν μεταβαινόντων εις τα εργοστάσια κιτρίνων. Η έφιππος Χωροφυλακή επίσης χρησιμοποιείται. Επί 8 ημέρας η Θεσσαλονίκη γίνεται θέατρον συγκινητικών περιπετειών με συγκρούσεις, τραυματισμούς, συλλήψεις. Τέλος επεμβαίνει η Διοίκησις και εν γενικόν συμβόλαιον εργασίας υπογράφεται μεταξύ των διαμαχομένων και αυτής της Διοικήσεως με πλείστας παραχωρήσεις προς τους εργάτας. Ετσι η απεργία λήγει θριαμβευτικώς».

10. Την απεργία από τα παρασκήνια τη διεύθυνε ο Γιαννιός, γι’ αυτό και καταδιώχτηκε. Φυλακίστηκε μάλιστα σαράντα μέρες.

11. Ιδιοχτήτης των μεταλλείων ήταν ο Γερμανός Γρόμαν, εργοδότης από τους πιο αυταρχικούς. Στη Σέριφο την εποχή εκείνη ο λόγος του ήταν νόμος.

12. Βγήκε κι ένα φυλλάδιο για το ιστορικό της απεργίας αυτής με τον τίτλο «Η απεργία της Σερίφου», ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21 Αυγούστου εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου, υπό Κ. Σπέρα, Αθήναι 1919

 

πηγή : http://www.rizospastis.gr/story.do?id=6799548&publDate=14/4/2012

Advertisements

About this entry