«Οι ολιγωρίες αύξησαν το κόστος προσαρμογής»

Δημοσιεύθηκε: 12:18 – 24/04/12 | Τελ. Ενημ.: 12:28 – 24/04/12

 

«Συντεταγμένη και επίπονη προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της οικονομίας εντός της ζώνης του ευρώ, με τη συμπαράσταση των εταίρων μας, ή άτακτη οπισθοδρόμηση, οικονομική και κοινωνική, δεκαετίες πίσω, που θα οδηγούσε τελικά τη χώρα εκτός της ζώνης του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το δίλημμα», σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΤτΕ  Γ. Προβόπουλο.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας σημειώνει: «Δύο χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια νέα πρόκληση, ιδιαίτερα κρίσιμη για το μέλλον της χώρας. Παρά την πρόοδο που συντελέστηκε, οι ολιγωρίες, οι καθυστερήσεις και η ύφεση, κατά το ενδιάμεσο διάστημα, επιδείνωσαν τη δυναμική του δημόσιου χρέους και κατέστησαν αναπόφευκτη τη νέα συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης».

Τονίζει ότι οι ολιγωρίες και η παρελκυστική τακτική πολλαπλασίασαν το κόστος της προσαρμογής. «Με τη βοήθεια των εταίρων, με προσπάθεια και υψηλό κόστος πραγματοποιήθηκαν αλλαγές που ήταν σημαντικές, αλλά ανεπαρκείς σε σχέση με το μέγεθος του οικονομικού προβλήματος. Γι’ αυτό, μετά το πρώτο μνημόνιο χρειάστηκαν αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις των στόχων του προγράμματος. Οι αναθεωρήσεις θα είχαν αποφευχθεί αν είχαμε εξαρχής αποδεχθεί τη δική μας απόλυτη ευθύνη. Δηλαδή, την ευθύνη ότι πρέπει να αλλάξουμε πορεία, γιατί το στρεβλό πρότυπο ανάπτυξης που ακολουθούσαμε είχε πλέον καταρρεύσει.

Αυτό δεν συνέβη ή τουλάχιστον δεν συνέβη στον απαιτούμενο βαθμό. Το μνημόνιο, το οποίο περιλάμβανε αλλαγές που έπρεπε να έχουν εφαρμοστεί προ πολλού, αντιμετωπίστηκε αμυντικά, θεωρούμενο ως έξωθεν επιβολή. Η τακτική όμως αυτή είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: πολλαπλασίασε το κόστος, βάθυνε και παρέτεινε την ύφεση».

Το ιστορικό διακύβευμα παραμένει, τόνισε ο Γ. Προβόπουλος και επισήμανε: «Τα αντικειμενικά δεδομένα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό δεν επιτρέπουν καμία χαλάρωση ή εφησυχασμό. Για να αξιοποιηθεί η νέα ευκαιρία, πρέπει τώρα να εφαρμοστούν, χωρίς χρονοτριβή, όσα έχουν συμφωνηθεί και να καλυφθούν τα κενά που άφησαν οι καθυστερήσεις των προηγούμενων ετών. Για την έξοδο από την κρίση δεν υπάρχει εύκολος δρόμος. Η προσαρμογή πρέπει να συνεχιστεί με αποφασιστικότητα».

Προβλέψεις των βασικών μεγεθών για το 2012

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι διαθέσιμοι βραχυχρόνιοι δείκτες για τους πρώτους μήνες του 2012 υποδηλώνουν ότι η ύφεση στη χώρα θα συνεχιστεί και φέτος.

• Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός μείωσης του ΑΕΠ θα πλησιάσει το 5%, δηλαδή η ύφεση θα είναι λιγότερο έντονη από ό,τι το 2011, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τα μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα θα εφαρμοστούν χωρίς καθυστέρηση.

• Το μέσο ποσοστό ανεργίας θα αυξηθεί φέτος σε σύγκριση με το 2011 και θα υπερβεί το 19%,έναντι 17,7% πέρυσι.

• Η αναμενόμενη το 2012-13 μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, σε συνδυασμό και με την προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών, οδηγεί σε αισθητή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, που θα συμβάλει σε άνοδο των εξαγωγών και σε υποκατάσταση των εισαγωγών. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι έως το τέλος του 2012 θα έχουν ανακτηθεί τα 2/3 έως 3/4 της συνολικής απώλειας της ανταγωνιστικότητας κόστους της περιόδου 2001-2009. Επιπλέον, εντός του 2013 θα έχει ανακτηθεί πιθανόν ολόκληρη η απώλεια.

• Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να υποχωρήσει από 9,8% του ΑΕΠ το 2011 στο 7,5% περίπου το 2012, ενώ η υποχώρηση θα συνεχιστεί και τα επόμενα έτη.

• Τέλος, η πτωτική τάση του πληθωρισμού συνεχίζεται το 2012 και ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο 1,2%. Το 2013 ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω, ενδεχομένως και κάτω από το 0,5%.

Η έκθεση της ΤτΕ εκτιμά ότι για τους εργαζόμενους θα υπάρξουν απώλειες έως 16,5% στις αμοιβές των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα φέτος και το 2013. Ηδη τα δυο προηγούμενα χρόνια συνολικά οι απασχολούμενοι στην Ελλάδα (ιδιωτικός και δημόσιος τομέας) υπέστησαν μείωση κατά 4,8% και 3% στις ονομαστικές τους αποδοχές.

Απαιτείται στρατηγική για βιώσιμη ανάπτυξη

Ο Γ. Προβόπουλος σημειώνει ότι: «Στις σημερινές συνθήκες, ανάπτυξη σημαίνει πρωτίστως κινητοποίηση του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα. Όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί όσο το κράτος εξακολουθεί να έχει δεσπόζουσα θέση στην οικονομία. Δεν μπορεί επίσης να συμβεί όσο υπάρχουν υψηλά δημόσια ελλείμματα και χρέη. Τέλος, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη όσο επικρατεί κλίμα αβεβαιότητας και δυσπιστίας για τις προοπτικές της οικονομίας».
Στις δράσεις για την ανάπτυξη περιλαμβάνονται:

• Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.
• Η εξασφάλιση σταθερού φορολογικού συστήματος, φιλικού προς την ανάπτυξη.
• Η επιτάχυνση των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης.
• Ο εξορθολογισμός και η απλοποίηση του κανονιστικού-ρυθμιστικού περιβάλλοντος.
• Η ενθάρρυνση της καινοτομίας, της έρευνας και της εξωστρέφειας.
• Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης.

Ο τραπεζικός τομέας

Η δημοσιονομική κρίση και το κλίμα αβεβαιότητας επιδείνωσαν τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες τα δύο τελευταία χρόνια, αναφέρει ο Γ. Προβόπουλος. Η αμφισβήτηση της δυνατότητας εξόδου της οικονομίας από τον φαύλο κύκλο συμπαρέσυρε τις τράπεζες, με επακόλουθα τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές και τη συνεχή υποχώρηση των καταθέσεων: από τα τέλη του 2009 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν κατά περισσότερο από 70 δισ. ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με το ένα τρίτο περίπου του ΑΕΠ. Έτσι περιορίστηκαν αισθητά οι χρηματοδοτικές δυνατότητες των τραπεζών.

Επισημαίνει όμως ότι η βελτίωση των χρηματοδοτικών δυνατοτήτων είναι εφικτή:

Πρώτον, με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η οποία θα μπορούσε σε πρώτη φάση να επαναφέρει στις τραπεζικές καταθέσεις αποθησαυρισμένα τραπεζογραμμάτια ύψους 10-15 δισ. ευρώ και ακολούθως να ενθαρρύνει τον επαναπατρισμό κεφαλαίων. Αυτό θα βελτίωνε ουσιαστικά τη ρευστότητα.

Δεύτερον, με την προσέλκυση χρηματοδοτικών πόρων από πηγές πέραν του τραπεζικού συστήματος. Δύο είναι οι πηγές που πρέπει να αναφερθούν σχετικά. Οι ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες θα αποφέρουν 19 δισ. ευρώ έως το 2015, κυρίως με εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε πολύ μεγαλύτερες συνολικές εισροές, αν συνυπολογιστούν και οι πρόσθετες επενδύσεις που θα απαιτηθούν για την αξιοποίηση των αποκτώμενων περιουσιακών στοιχείων.

Επιπλέον, η ροή χρηματοδοτικών πόρων προς τις επιχειρήσεις μπορεί να ενισχυθεί με ποσά 15 περίπου δισ. ευρώ, εφόσον βελτιωθεί η απορρόφηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ. Τέλος, θα πρέπει να προστεθούν και τα διαθέσιμα κεφάλαια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Κατά τον Γ. Προβόπουλο, το 2012 θα αποτελέσει έτος-ορόσημο για τη διαμόρφωση της μελλοντικής φυσιογνωμίας του τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες καλούνται να αντιμετωπίσουν τις ζημίες που έχουν ως γενεσιουργό αίτιο τη δημοσιονομική κρίση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από τις αρχές του 2011, διαβλέποντας τις προκλήσεις, άρχισε να σχεδιάζει, σε συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σειρά ενεργειών για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν κυρίως τα εξής:

• Κάλυψη των βραχυχρόνιων αναγκών ρευστότητας μέσω του ευρωσυστήματος.

• Διαμόρφωση, σε συνεργασία με την Πολιτεία, νομικού πλαισίου εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης πιστωτικών ιδρυμάτων και εφαρμογή του όπου χρειάστηκε.

• Εξασφάλιση μέσω του προγράμματος στήριξης πόρων ύψους 50 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.

 

πηγή : http://www.euro2day.gr/news/economy/124/articles/694724/Article.aspx

Advertisements

About this entry