Ανάπτυξη για ποιόν; Mια σκιαγράφηση του αναπτυξιακού «θαύματος» της Γερμανίας

Σάββατο 5 Μαΐου 2012
Η όξυνση της οικονομικής κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση μοιάζει να έχει βρει το φάρμακό της. Αυτό είναι η «ανάπτυξη». Στο όνομά της πίνουν νερό όλοι. Από το πουλέν της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας, που διεκδικεί τον προεδρικό θώκο, Φρανσουά Ολάντ, o oποίος ζητά ένα νέο «Σύμφωνο Ανάπτυξης», τον πρόεδρο της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπάι, ο οποίος επισημαίνει ότι η ανάπτυξη θα πρέπει στο εξής να είναι «ύψιστη προτεραιότητα», τον στυγνό τεχνοκράτη πρωθυπουργό της Ιταλίας, Μάριο Μόντι, ο οποίος «ανακάλυψε» ότι τα μέτρα λιτότητας δε θα φέρουν από μόνα τους την «ανάπτυξη», μέχρι ακόμα και την Μέρκελ, η οποία ενοχλημένη από την αναπτυξιακή φασαρία υποστήριξε ότι εδώ και καιρό η «ανάπτυξη» είναι ο δεύτερος πυλώνας της πολιτικής της μαζί με τα υγιή δημόσια οικονομικά!

Το ερώτημα που κανείς δεν θέτει είναι αυτό που έδωσε τον τίτλο του παρόντος σημειώματος: Ανάπτυξη για ποιόν; Ισως όλοι να θεωρούν «προφανές», ότι η «ανάπτυξη» τους οφελεί όλους. Αλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο, πάντως όλους, φτωχούς και πλούσιους, εργαζόμενους και καπιταλιστές. Οπως λένε ότι συμβαίνει στην Γερμανία.

Το γερμανικό «θαύμα»

Το γερμανικό μοντέλο αποτελεί αδιαμφισβήτητα το «ευρωπαϊκό πρότυπο της ανάπτυξης». Κι αυτό γιατί η Γερμανία είναι από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που η ανεργία φαίνεται να μειώνεται, παρά την κρίση που μαστίζει την Ευρώπη και παρά το μεγάλο χρέος της χώρας, που έχει ξεπεράσει το 80% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας, ο αριθμός των εργαζόμενων ξεπέρασε τα 41 εκατομμύρια το 2011 με τους ανέργους να πέφτουν κάτω από τα 3 εκατομμύρια τον Απρίλη του 2012[1].

Η υπόσχεση του προ δεκαετίας γερμανού καγκελάριου για μείωση του αριθμού των ανέργων κάτω από τα 3.5 εκατομμύρια φαίνεται να έχει εκπληρωθεί και με το παραπάνω, ικανοποιώντας τους οπαδούς του ρητού «δουλειά να υπάρχει». Ομως, προς απογοήτευση των παραπάνω οπαδών, το γερμανικό «αναπτυξιακό θαύμα» αποδεικνύεται όχι μόνο ανεπαρκές, αλλά και επιβλαβές για τους γερμανούς εργαζόμενους. Κι αυτό γιατί βασίζεται στην αποσάθρωση των εργασιακών σχέσεων με την κυριαρχία μιας εργασιακής ζούγκλας στην οποία ισχύει μόνο ο σκληρός νόμος της αγοράς, δηλαδή η απόλυτη εξουσία των καπιταλιστών επί της εργατικής δύναμης. Το πώς γίνεται αυτό θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε παρακάτω.

Από την Ατζέντα 2010 μέχρι την παγίδα των «μίνι τζομπς»

Το «κλειδί» της γερμανικής «επιτυχίας» δεν ήταν παρά η νομοθεσία που έφερε τα πάνω κάτω στην αγορά εργασίας. Μια νομοθεσία που εισήγαγε ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2003, την εποχή δηλαδή που η Γερμανία ήταν βυθισμένη σε κρίση, και πολιτογραφήθηκε ως «Ατζέντα 2010». Η Ατζέντα αυτή περιλάμβανε μειώσεις συντάξεων, αύξηση συμμετοχής των ασφαλισμένων στο σύστημα υγείας, μειώσεις εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, μείωση της διάρκειας χορήγησης του ταμείου ανεργίας και περικοπές σε όσους ανέργους δε δεχτούν να κάνουν όποια δουλειά και με όποιο μισθό τους «προσφερθεί».

Ομως, το σημαντικότερο όλων ήταν η θεσμοθέτηση μιας νέας μορφής εργασίας, που πλασαριζόταν με το «τυράκι» της απαλλαγής του εργαζόμενου από τις ασφαλιστικές εισφορές και τη φορολογία. Επρόκειτο για «μίνι-τζομπς», μια νέα μορφή πώλησης της εργατικής δύναμης, που θεσμοθετήθηκε τον Απρίλη του 2003. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου μισθωτής εργασίας ήταν ότι δεν είχε κατώτατο όριο αμοιβής, αλλά ανώτατο: το… ιλιγγιώδες όριο των 400 ευρώ το μήνα! Θύμιζε, δηλαδή, τις εποχές της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου[3]. Μόνο που στη θέση της ποινής φυλάκισης που αντιμετώπιζαν οι παραβάτες τον 14ο αιώνα, ήρθε η ποινή της φορολογίας και των εισφορών. Προκειμένου, δηλαδή, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές και τη φορολόγηση, οι εργαζόμενοι θα έπρεπε ν’ αποδεχτούν συμφωνία ελαστικής εργασίας των 400 ευρώ το μήνα, ούτε ευρώ παραπάνω.

Για την εργασία αυτή οι καπιταλιστές θα πλήρωναν εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές ίσες με το 25% του μισθού, δηλαδή τρεις μονάδες πάνω από το ποσοστό που πλήρωναν μέχρι τότε (ήταν 22%)[4].

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι καπιταλιστές ζημιώθηκαν. Αυτό θα ίσχυε, αν παραλείπαμε μία… λεπτομέρεια. Οτι σύμφωνα με την παλιά νομοθεσία, η ελαστική εργασία (είτε αφορολόγητη κάτω των 325 ευρώ το μήνα είτε φορολογήσιμη) δε θα έπρεπε να υπερβαίνει τις 15 ώρες τη βδομάδα, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1 που συντάξαμε βάσει μιας έκθεσης του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών[4]. Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, το ανώτατο όριο εργασίας για να πάρει κανείς αυτά τα ψίχουλα καταργήθηκε. Επομένως, τα αφορολόγητα και χωρίς ασφαλιστικές εισφορές 400 ευρώ θα μπορούσε να τα πληρώνει ο καπιταλιστής ακόμα και για οχτάωρη εργασία!

Δεδομένου ότι στη Γερμανία η φορολογία των μισθωτών είναι ιδιαίτερα υψηλή (πολύ πάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ[5]), θα ήταν πολλοί οι γερμανοί εργαζόμενοι που θα προτιμούσαν το «τυράκι» για να γλυτώσουν από την άγρια φορολογία και να πέσουν στην παγίδα των καπιταλιστών που θα τους χρησιμοποιούσαν κατά βούληση, όποτε και για όσο χρονικό διάστημα χρειάζονταν. Ετσι κι έγινε. Τα συμβόλαια αυτών των μικροδουλειών γνώρισαν πραγματική άνθιση. Σύμφωνα με τη Ντόιτσε Βέλε[6], μέχρι το Σεπτέμβρη του 2010 περισσότεροι από 7.3 εκατομμύρια Γερμανοί δού-λευαν με αυτό το καθεστώς, δηλαδή 27% (ή περίπου 1.6 εκατομμύρια άνθρωποι) περισσότεροι από το 2003! Απ’ αυτούς, τα 5 εκατομμύρια έχουν ως αποκλειστική μορφή εργασίας τα «μίνι-τζομπς» και τα 2 εκατομμύρια τα χρησιμοποιούν ως δεύτερη δουλειά.

Εξαρση χαμηλών μισθών και ατομικών συμβάσεων

Σύμφωνα με το Σπίγκελ, «κάπου 41 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν δουλειά στη Γερμανία σήμερα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό απασχόλησης που σημειώθηκε ποτέ, το οποίο θα προσέφερε στον κ. Σρέντερ μια κάποια καθυστερημένη ικανοποίηση. Ομως, η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι το 23% απ’ αυτούς δουλεύει στο χαμηλόμισθο τομέα, ενώ είναι γεγονός ότι οι πραγματικοί μισθοί έχουν μειωθεί κατά 3% τα τελευταία 11 χρόνια [7] (σ.σ. αναφέρεται στους μέσους μισθούς). Επόμενο είναι να υπάρχει έξαρση των ατομικών συμβάσεων με το 80% των επιχειρήσεων στην Ανατολική Γερμανία και το 60% στη Δυτική να μη δεσμεύεται από συλλογικές συμβάσεις[8]!
Αν αναλογιστούμε ότι η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία είναι περίπου 3 εκατομμύρια άτομα (ποσοστό 7.2% του εργατικού δυναμικού), ότι η υποαπασχόληση είναι άλλα 4 (ποσοστό 9.5%)[9] και ότι «ο αριθμός των εργαζόμενων στην πλήρη απασχόληση με χαμηλούς μισθούς –που ορισμένες φορές καθορίζονται ως τα 2/3 του μέσου εισοδήματος– αυξήθηκε κατά 13.5% (στα 4.3 εκατομμύρια) μεταξύ 2005 και 2010, τρεις φορές περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εργασία, σύμφωνα με το Γραφείο Εργασίας»[10], θα διαπιστώσουμε ότι το γερμανικό θαύμα είναι τέτοιο μόνο για τους καπιταλιστές.

Κοινωνικός Καιάδας

Οσο για την… κοινωνική προστασία των μακροχρόνια άνεργων και των ανήμπορων για εργασία, το γερμανικό «θαύμα» δεν είναι παρά μια κόλαση. Με 364 ευρώ που είναι το επίδομα Hartz IV, το οποίο ενσωματώνει και το επίδομα ανεργίας και τα κοινωνικά επιδόματα και το οποίο παίρνουν 6.8 εκατομμύρια άνθρωποι[11], πώς να επιβιώσει κανείς; Το Σπίγκελ αναδημοσιεύει τα εξής από τους Financial Times Deutschland: «Το πραγματικό σκάνδαλο στη Γερμανία δεν είναι ότι οι αποδέκτες του Harz IV παίρνουν λιγότερα επιδόματα απ’ αυτά που πολλοί ήλπιζαν ότι θα πάρουν. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι μάλλον πόσο μικρή καθαρή αμοιβή μένει σ’ αυτούς που έχουν μια φτωχά πληρωμένη θέση πλήρους απασχόλησης. Καθαριστές κτιρίων, κομμωτές, σεκιουριτάδες, η λίστα αυτών που έχουν ακαθάριστο εισόδημα μόλις πάνω από 1000 ευρώ το μήνα είναι μεγάλη. Αυτά μόλις που φτάνουν για να ζήσει ένα άτομο. Για μια οικογένεια είναι μηδαμινά, ακόμα κι αν οι δύο γονείς έχουν μια τέτοια δουλειά»[11].

Πριν κάποια χρόνια, η σημερινή πρόεδρος του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, κατηγορούσε τους Γερμανούς ότι κάνουν κοινωνικό ντάμπιγνκ ρίχνοντας τα μεροκάματα πολύ χαμηλά. Σήμερα, αυτό το ντάμπινγκ επεκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αν η γερμανική κεφαλαιοκρατία δεν διστάζει να χτυπήσει μ’ αυτό τον τρόπο την εργατική τάξη της χώρας της, γιατί να διστάσει να μετατρέψει σε εργαζόμενους-ζητιάνους τους εργάτες εξαρτημένων χωρών όπως η Ελλάδα, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές; Αυτή η μετατροπή ανατρέπεται μόνο με τη οργανωμένη λαϊκή βία κι όχι με την ψήφο. Οπως έλεγε ο γερμανός ποιητής, «η δύναμη βγαίνει απ’ τις γροθιές κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα / από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα»…

Κώστας Βάρλας

Παραπομπές:

1. Στατιστική Υπηρεσία Γερμανίας. http://statistik.arbeitsagentur.de/ Navigation/Statistik/Statistik-nach-Themen/Arbeitslose-und-gemeldetes-Stellenangebot/Arbeislose-und-gemeldetes-Stellenangebot-Nav.html & http://statistik.arbeitsagentur.de/nn_31902/Statischer-Content/Arbeitsmarktberichte/Labour-Market-Germany/Labour-Market-Germany.html.

2. Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Εργασιακών Συνθηκών http://www.eurofound.europa.eu/ewco/studies/tn0812019s/de0812019q.htm.

3. Τις εποχές που σχηματίστηκε για πρώτη φορά το κεφάλαιο, προκειμένου να συσσωρεύσει χρήμα, μέσα παραγωγής και ανθρώπους απογυμνωμένους από τα μέσα της εργασίας τους, εξαπέλυσε μια άνευ προηγουμένου επίθεση στους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου, διώχνοντας με τη βία τους χωρι-   κούς από τις κοινοτικές γαίες, καταστρέφοντας εκατοντάδες χιλιάδες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και μετατρέποντάς τες σε βοσκοτόπια, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την καπιταλιστική καλλιέργεια και δημιουργώντας για τη βιομηχανία των πόλεων τη δυνατότητα να προμηθεύεται εργάτες μεταξύ των αστέγων και πεινασμένων προλετάριων. Ταυτόχρονα, θεσπίστηκε μια αιματηρή νομοθεσία που επέβαλε ανώτατα όρια μισθών που, αν δεν εφαρμόζονταν, τιμωρούνταν τόσο οι καπιταλιστές όσο και οι εργάτες! (Βλέπε Καρλ Μαρξ, «Η γέννηση του κεφαλαίου»).

4. Work Incentives and Labor Supply Effects of the «Mini-Jobs Reform» in Germany (Κίνητρα για εργασία και επιπτώσεις στην απασχόληση της μεταρρύθμισης των «μίνι τζομπς» στην Γερμανία) – Discussion paper No. 438, Βερολίνο, Σεπτέμβρης 2004. Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DWI).

5. Σύμφωνα με την τελευταία οικονομική έκθεση του ΟΟΣΑ για τη Γερμανία (Φλεβάρης 2012), «η φορολογία μισθωτών υπηρεσιών είναι ιδιαίτερα υψηλή. Το συνολικό ποσοστό του φόρου για έναν άγαμο χωρίς παιδιά ανέρχεται στο 39% του ακαθάριστου εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ συγκριτικά ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 24%. Το ποσοστό του φόρου είναι μικρότερο για οικογένειες, αλλά εξακολουθεί να ξεπερνάει το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αυτό αντανακλά κυρίως τις ασφαλιστικές εισφορές που είναι υπερδιπλάσιες του μέσου όρου του ΟΟΣΑ ως ποσοστό του ακαθάριστου μισθού».

6. Ντόιτσε Βέλε, 27/4/2011, που επικαλείται τα στοιχεία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εργασίας (BA).

7. Spiegel, 17/4/2012.

8. Spiegel, 11/9/2011.

9. Στατιστική Υπηρεσία, Στοιχεία για την απασχόληση, Μάρτης 2012.

10. «Η σκοτεινή πλευρά του γερμανικού θαύματος στην εργασία», Ρόιτερς, 8/2/2012.

11. Spiegel, 28/9/2010.

πηγή : http://www.eksegersi.gr/article.php?article_id=16829&cat_id=20
Advertisements

About this entry